
Του ΣΧΟΛ-ιαστή
Πάμε παρακάτω.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΙΔΗΣ ο Παπαδράκος.
Οπλαρχηγός και συγγραφέας (Ο γενναίος θαυμάζει τους γενναίους).
Στην Ηράκλεια Ανατ. Θράκης το 1872 γεννήθηκε ο Χρυσόστομος και βρέθηκε να κατοικήσει με την οικογένεια για μεγάλο διάστημα στη περιοχή μας.
Εκείνη την εποχή, παρ’ όλο που υπήρχε η ένταση του απελευθερωτικού αγώνα στην θάλασσα με τις ναυμαχίες προς τον Τουρκικό στόλο, στην περιοχή μας όλα πήγαιναν γλυκά, σεμνά και σχετικά ήρεμα.
Δουλεύανε οι άνθρωποι, κοιμόντουσαν νωρίς, κάνανε ως τούτου πολλά παιδιά, που εξακολουθούσαν την ίδια ζωή και πότε-πότε, ένα απ’ αυτά τα παιδιά ξεχώριζε για εξέλιξη και πρόοδο.
Λοιπόν, ένα τέτοιο παιδί ήταν τούτο ο Χρυσόστομος. Πιτσιρίκι, δεν του δίνανε παρά καρπαζιές και σάμαλι, συμβουλές και καμιά σημασία. Τον ρωτάγανε όμως:
– Εσύ σαι, ρε το ανηψούδι του αρχιμανδρίτη Σοφρώνη Θεοδωρίδη.
– Α, μπράβο, τι κάνει ο θειόκας σου;
Και άμα τους έκλεβε το πετίκι από τα πεύκα που ’χανε για να βάψουν τα δίχτια τους, το φοβερίζανε.
– Θα σ’ αφαλοκόψουμε μπάσταρδε.
Έφευγε το παιδί, το ξεχνάγανε κι αυτό μεγάλωνε. Τότε πολλά παραρτήματα είχε η Ζαρίφειος Διδασκαλεία που έφθανε μέχρι Φιλιππούπολη. Εκεί σπούδασε ο μικρός και ήθελε να γίνει Μητροπολίτης. Το 1895 συνεχίζει τις σπουδές του στη Σχολή της Χάλκης και γίνεται δάσκαλο στη Χαλκηδόνα.

Τύχαινε, όμως, τούτος ο Χρυσομαλλίδης να πάει ακόμα πιο μπροστά. Να γίνει διαλεχτός.
Από τη στιγμή αυτή, ο τόπος μας, η μικρή μας πόλη έπαυε να τον έχει σαν άνθρωπο καμαρωτό, τον προβίβαζε και τον έκανε Τοπική προσωπικότητα. Καμάρι του. Ήρωά του. Άνθρωπό του.
Και θυμόντουσαν όλοι.
– Α, ήτουνα μικρός και του τράβηξα τ’ αυτί.
– Αμ, εγώ, τον κέρναγα παστέλι.
– Αμ το ‘δειχνε ότι αυτός θα γενεί μια μέρα μεγάλος.
Και λέγανε ακόμα:
– Αυτός; Δικός μας. Από το μέρος μας.
Έτσι γίνεται.
Και έτσι έγινε με τον Χρυσόστομο.
Τον Χρυσομαλλίδη δεν τον γέννησε η φαντασία.
Τον γέννησε η ίδια η Θράκη, το μέρος μας.
Ήταν η εξυπνάδα, τα νιάτα, η παληκαριά.
Ήταν ότι καλό έχει μέσα του ο Θρακιώτης, ο Έλληνας, ο ντόπιος.
Όλα αυτά τα υλικά, τον γεννήσανε με δόσεις και τον φορτώσανε με αγώνες για την πατρίδα.
Ας πούμε από τα πιο γνωστά.
Παραμονές του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 με το ψευδώνυμο Αλέξανδρος Παπαδράκος με 50 Σμυρνιώτες επίλεκτους πολεμά στο Δομοκό.
Ο Τούρκος Καϊμακάμης είχε ταμπουρωθεί εδώ.
Αλλά, έτσι και είδε τη φόρα και την ορμή του Χρυσοστόμου που πήγαινε μπροστά με το ντουφέκι και με το σταυρό, τον πιάσανε κάτι κοιλιακά.
– Ρε παιδιά, είπε στο ασκέρι του, δεν αισθάνομαι καλά.
– Θέλετε ένα αλοντρόξ;
– Αφού δεν έχει εφευρεθεί ακόμα.
Τότε φεύγουμε μη μας καπατζώσουν και δεν έχει και τουαλέτα, εδώ στο Δομοκό.
Στο Τεπελίνι τον Μάρτιο του 1913, μόνος του καβάλα στο άλογο μπαίνει φουργιόζος μέσα στο Τουρκικό στρατόπεδο. Τα μεμέτια του Χασάν-Αλή μόλις είδανε την επέλαση του Χρυσοστόμου με τ’ άλογο αφηνιασμένο και ορμητικό σαν σίφουνας καλυμμένο με κορνιαχτό καλπασμού, το βάλαν έντρομοι στα πόδια.
– Πάμε παιδιά γιατί εμείς είπαμε να πολεμήσουμε μ’ ανθρώπους, όχι με αερικά.
Καμιά φορά λαχαίνει να πέσει στο Λεμπίτσοβο. Περικυκλώνει τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και κάνει σκορδαλιά τς κεφαλές τους, λες και ήταν ο Δοξαπατρής. Ξεκαθάρισε την περιοχή και γίνεται αρχηγός της.
Διορίζεται υπαρχηγός του ταγματάρχη Ιωαν. Βερνάδου, Παντρεύεται και φεύγει για τη Μ. Ασία, χωρίς ακόμα να χειροτονηθεί (έφερνε το ράσο πάντα, προερχόμενος από τη Θεολογική Σχολής Χάλκης. Στη Μ. Ασία κατηγορείται γιατί γυμνάζει τους μαθητές του προορισμένους για ιερείς με στρατιωτική εκπαίδευση.)
Ο Μητροπολίτης Ναζιανζού Γερμανό που το 1916 κατακρεουργήθηκε Πάο τους Βουλγάρους στο Πράβι, όταν συνάντησε τον Χρυσόστομο και τον είδε, νεαρό, ψωμένο και σαν Μητροπολίτης διάβαζε, να πούμε, τας ψυχάς των ανθρώπων, τον φώναξε στο μαγαζί.
– Χρυσομαλλίδη σε λένε;
– Χρυσοστόμι το μικρό μου.
– Μπράβο. Το ξέρεις ρε μόρτη, ότι μεταξύ των μαθητών της σχολής ιερέων, είναι και η υπεράσπιση της Μητρόπολης και στην ανάγκη κι όλας μαλώνεις;
– Το ‘μαθα, δεν το ήξερα.
– Από καβγά με τουρκάκια αλάνικα πως τα πας;
– Τρώω σπλάχνα.
– Ε, λοιπόν, Χρυσόστομε κάνουμε κάτι; Αντί να σου δώσω ενορία, να σου δώσω τη θέση του κουμανταδόρου στη σχολή να μου γυμνάζεις όλους τους μαθητές σαν στρατιώτες και αργότερα ας κάνουν αυτί την άγια εργασία του ιερωμένου.
Έτσι ο νεαρός Χρυσομαλλίδης, έγινε ρασοφόρος επιλοχίας και αντί «Αγαπάτε Αλλήλους» κοπάναγε κάτι «επί δεξιάάάά» και κάτι αγιοτάρια που τους τάραζε τους μαθητές-φαντάρους του. Και επειδή είχε μέσα του και το στρατιωτικό και το στρατηγικό, έδειξε αυταπάρνηση στις μάχες, έδινε θάρρος, πήγαινε μπροστά, ενθουσίαζε και συγκινούσε με τον απαράμιλλο ηρωισμό του.
Πάμε σ’ άλλον.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Γεννάδιος (1786-1854). Από τη Σηλυβρία της Θράκης. Λόγιος, γιατρός, φιλόλογος.
Έγραψε σπουδαία έργα, μερικά εδώ στην τότε μικρή μας πόλη που έμενε αρκετό καιρό.
Πάντοτε το όνομα «ΓΙΩΡΓΟΣ» είναι αξιοσημείωτο.
Θα το παρατήρησαν, πιστεύω, οι αναγνώστες αυτής της ιστορίας κάθε φορά που τιτλοφορώ την ονοματολογία του ήρωα στα κομμάτια μου.
(Να ευλογήσουμε και τα δικά μου γένια και τα γένια του γιου του εκδότη μας Κονδύλη. Έτσι και με το παρντόν).
Εδώ που λέμε, επειδή ο Αη-Γιώργης -βοήθειά μας- σκοτώνει το θηρίο, είναι χρυσός και πράσινο το θεριό.
Και είναι απάνω στο αλόγατο ο Άγιος και πάνω στα τέσσερα ποδάρια του το κτήνος.
Το λοιπόν, ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ παρουσιάζεται με τον Άη-Γιώργη, γιατί το 1824 κατέστειλε με ηρωική στάση την επικίνδυνη εξέγερση του όχλου στο Μεσολόγγι. Που ο όχλος ήταν θεριό ανήμερο.
Ο ΣΧΟΛ-ιαστής