9.4 C
Alexandroupoli
Τρίτη, 19 Ιανουαρίου, 2021

Τα πάθη του Ελληνισμού της Ανατολικής Ρωμυλίας

Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας, είναι ένα κομμάτι του Ελληνισμού, που καθαγιάστηκε από τις σφαγές, τις δηλώσεις, τους εκπατρισμούς και τις καταστροφές, αποτελώντας στόχο του αναδυόμενου κατά τον 19ο αιώνα, βουλγαρικού εθνικισμού

Ο «Αγών» ήταν μια μικρή εβδομαδιαία, αλλά πατριωτική και μαχητική εφημερίδα, που κυκλοφορούσε στην Αθήνα, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Διευθυντής ήταν ο δικηγόρος Ιωάννης Λαμπρίδης. Αυτοπροσδιορίζονταν ως δημοσιογραφικό όργανο Ηπειρωτών και Μακεδόνων. Τα περιεχόμενά της όμως ήταν ευρύτερα. Δηλαδή δημοσίευε πολιτικές μελέτες για την κατάσταση στην Ιλλυρική Χερσόνησο του Ελληνισμού, στατιστικές πληροφορίες για την κίνηση του πληθυσμού και την εκπαίδευση της Ηπείρου και της Μακεδονίας ιδιαίτερα «και πάσης άλλης εν γένει ελληνικής χώρας, ποικίλη άλλη έρευνα των αναγκών του Ελληνισμού και της πνευματικής και υλικής αυτού ανά την Ανατολήν δυνάμεως». Η μαχητική αυτή εφημερίδα δημοσίευσε δεκάδες ανταποκρίσεων από τη Θράκη, δίνοντας μεταξύ άλλων έμφαση στα προβλήματα που προέκυψαν στην Ανατολική Ρωμυλία, μετά το Σχίσμα του 1870, το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, την δημιουργία του Βουλγαρικού κράτους και την πραξικοπηματική προσάρτηση σ’ αυτό της ελληνικής Ανατολικής Ρωμυλίας.

Τι συνέβη στην περιοχή εκείνη, που θυσιάστηκε για αλλότρια συμφέροντα, είτε ρωσικά είτε βρετανικά;

Αποκαλυπτική και απροκάλυπτη είναι η αγόρευση του βρετανού πρωθυπουργού λόρδου Σώλσμπερυ στη Βουλή των Λόρδων, μετά το πραξικόπημα των Βουλγάρων το Σεπτέμβριο του 1885.

- Advertisement -

 «Δεν αλλάξαμεν ημείς, αλλ΄ αι περιστάσεις. Ο σκοπός μας έμεινεν ο αυτός, να εμποδίσωμε του Ρώσους να βαδίσουν εις την Κωνσταντινούπολιν. Όσον μία Βουλγαρία συνηνωμένη προς την Ρωσίαν δια των δεσμών της ευγνωμοσύνης μας εφαίνετο επικίνδυνος, τόσον μία Βουλγαρία, ηνωμένη υπό ηγεμόνα ευπειθή  εις την ευρωπαΪκήν επιρροήν και πιστόν σύμμαχον του Σουλτάνου, παρουσιάζει σοβαράν εγγύησιν εναντίον της ρωσικής επιθέσεως».

Όπως είναι γνωστό, με το Συνέδριο του Βερολίνου του 1878, η Βουλγαρία απέκτησε την αυτονομία της και με το πραξικόπημα του 1885 προσάρτησε κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου, την Ανατολική Ρωμυλία, που ήταν αυτόνομη ηγεμονία υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Ο ίδιος ο Σώλσμπερυ στο συνέδριο του Βερολίνου το 1878 αγωνίστηκε για να χωρίσει τη Βουλγαρία από τη Ρωμυλία, υποστηρίζοντας ότι ο πληθυσμός της δεύτερης ήταν ελληνικός. Το 1885 όμως αποδέχτηκε δημόσια, ότι η προσάρτηση της Ρωμυλίας στη Βουλγαρία ήταν προϊόν εθνικού και αντιρωσικού κινήματος!

Έτσι χάθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, βορά στα γεωστρατηγικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά και στις αρπακτικές διαθέσεις των Βουλγάρων, χωρίς να αντιδράσει από την Αθήνα, η κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη.

Χρόνια κόλασης…

Τα χρόνια που ακολούθησαν το ρωσοτουρκικό πόλεμο, το συνέδριο του Βερολίνου και την πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας ήταν χρόνια κόλασης για τους αυτόχθονες ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεχείς διωγμοί, που οδήγησαν από το 1904 και μετά στην εκδίωξη πλέον των 37.000 Ελλήνων, που εγκαταστάθηκαν αρχικά, όπως- όπως στη Θεσσαλία κυρίως.

Ο «Αγών» στην Αθήνα έδωσε την  δική του μάχη, προβάλλοντας τα δραματικά γεγονότα που συνέβαιναν στην Ανατολική Ρωμυλίας, δίνοντας πληροφορίες για τον Ελληνισμό, αλλά και τα πάθη του. Με ανταποκριτές δικούς του αλλά και έκτακτους, μετέφερε συνεχώς τον παλμό των αλύτρωτων Ελλήνων αυτής της πολύπαθης περιοχής.

Γνωρίζοντας στους Αθηναίους τα πάθη των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας

Η εφημερίδα επεσήμαινε στα δημοσιεύματά της τον έντονο φυλετικό ανταγωνισμό «εν τη μεγάλη και ιστορική της Θράκης χώρα».

Προ του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-78 οι Βούλγαροι ως φυλή μέσα στο πολυεθνικό μωσαϊκό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν αφανής. Χωρίς πνευματική ανάπτυξη, χωρίς οικονομική ευρωστία το Βουλγαρικό έθνος, δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον ούτε ως προς την ιστορία του, ούτε ως προς τη μελλοντική πορεία του. Η μόνη καταφυγή του ήταν η Εκκλησία εναντίον της οποίας μάλιστα,  επεχείρησε το Σχίσμα.

Ο ανταποκριτής «Αγώνα» σε ανταπόκρισή του, είχε επισημάνει μια μεγάλη αλήθεια σχετικά με τον τελευταίο ρωσοτουρκικό πόλεμο, την προσήλωση των Ρώσων για την αποκατάσταση μόνο των Βουλγάρων και όχι των Χριστιανών γενικά, γράφοντας:

 «Νικήσαντες οι Ρώσοι ελησμόνησαν, ότι εξεστράτευσαν υπέρ της αναξιοποθούσης ορθοδοξίας, προ αυτών δε υπαγορεύσαντες  την συνθήκην του Αγίου Στεφάνου δεν έβλεπον άλλους αξίους προστασίας ή τους βουλγάρους». Και συνεχίζοντας παρατηρεί: «Παν ό,τι Ελληνικόν περιεφρονείτο και παρηγκωνίζετο υπό των Ρώσων, η ελαχίστη δεν μειονότης των κατοίκων της Αδριανουπόλεως οι εις μόλις χιλίους ανερχόμενοι Βούλγαροι των προαστείων, οι πρώην είλωτες εκλήθησαν να μετάσχωσιν της διοικήσεως, να αστυνομεύσωσι, να απονείμωσι δικαιοσύνην. Προ της τοιαύτης συστηματικής προστασίας οι Βούλγαροι αιφνιδίως ευρεθέντες ησθάνθησαν την κατά ψυχολογικήν ενέργειαν φυσικήν ανάγκην να επιδείξωσινν ό,τι δεν είχον, τόλμην, ής ουδέ το όνομα έως τότε εγίνωσκον και ήτις εις τον μη έχοντα συνείδησιν του δωρήματος τούτου μεταπίπτει εις ασυναισθήτου αγριότητος θράσος».

Ήταν η διάψευση των ελπίδων των αλύτρωτων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής, που στήριζαν τις προσδοκίες τους στις ψευδοπροφητείες του μοναχού Αγαθάγγελου Πολυείδη από την Αδριανούπολη, ότι το «ξανθό γένος» θα τους σώσει από τους Τούρκους και θα πάρει πίσω την Κωνσταντινούπολη!

Στη συνέχεια της ανταπόκρισης αυτής γινόταν υπενθύμιση της δολοφονικής απόπειρας του βουλγαρικού όχλου κατά του Μητροπολίτη Αδριανούπολης Διονυσίου, το 1879, και αναφέρονταν ότι «έκτοτε χρονολογείται το θάρρος των Βουλγάρων όπως δημιουργήσωσι Βουλγαρισμόν εν Θράκη». (Σχετικά βλέπε στο http://sitalkisking.blogspot.gr/2012/06/1879.html). 

Ο ανταποκριτής δεν παρέλειπε να διατυπώσει παράπονα για την πολιτική της Αθήνας, που δεν παρείχε καμιά υποστήριξη στο Θρακικό Ελληνισμό. Έκανε μάλιστα λόγο για οικτρούς παρά τον Ιλισσό πολιτικούς «οίτινες ούδ΄ όπου κραταιός υπάρχει ο Ελληνισμός εννοούσι να παράσχωσι την δέουσα υποστήριξιν απησχολημένοι υπό των ποταπών φροντίδων της περιθάλψεως του κόμματος».

Ο ισχυρότερος προστάτης των Βουλγάρων- κατά την εφημερίδα- τα τελευταία προ του 1900 χρόνια ήταν ο πρόξενος της Ρωσίας στην Αδριανούπολη, Κονσταντίν Λίσσεν, ο οποίος στη συνέχεια μετατέθηκε στη Βυρηττό. Αυτός είχε Ελληνίδα σύζυγο και γνώριζε τα Ελληνικά απταίστως.

Τον Απρίλιο του 1900 ένας αναγνώστης του «Αγώνα» ταξίδεψε στη Θράκη και δημοσίευσε εντυπώσεις του. Από αυτές αποσπούμε ορισμένως πληροφορίες, όπως ότι:

Και οι Τούρκοι συστηματικά καταδίωκαν τους Έλληνες στην περιοχή μεταξύ Αίνου, Υψάλων, Κεσσάνης και Μαλγάρων. Στο τετράγωνο αυτό συνέβαιναν τα προηγούμενα είκοσι χρόνια τέρατα και σημεία.

Αφ’ ότου η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη ηγεμονία, άρχισε η αθρόα εγκατάσταση Τούρκων από τη Βουλγαρία και ειδικά από την περιοχή του Βιδινίου, πέριξ των Μαλγάρων, στην Κεσσάνη, στα Ύψαλα, την Αίνο, ακόμα και στο Σουφλί. Ήταν εμφανής η προσπάθεια να αλλοιωθεί η σύνθεση του πληθυσμού. Οι πρόσφυγες αυτοί μιλούσαν μόνο Βουλγαρικά. Και η παρουσία τους εκεί συντελούσε στη δημιουργία βουλγαρόφωνων κέντρων. Παρά το γεγονός ότι μερικοί από αυτούς ήθελαν να επιστρέψουν στη Βουλγαρία. Γιατί; Το εξήγησαν στον άγνωστό μας ταξιδιώτη:

«Μας υποσχέθηκαν πολλά και ολίγα πράττουν υπέρ ημών. Μας υπεσχέθησαν, ότι θα εκδιώξωμεν χριστιανούς εκ των οικιών και των αγρών αυτών, ότι θα καταλάβωμεν πάσαν αυτών περιουσίαν και τοιαύτα δεν βλέπομεν».

Αναφορά γίνεται για την περιοχή του Σουφλίου, όπου οι Έλληνες χωρικοί αντιστάθηκαν δυναμικά προκαλώντας επέμβαση των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι έσωσαν τις περιουσίες τους!!! Ωστόσο αυτό δεν συνέβη σε άλλες περιοχές, όπου πολλά χωράφια αφαιρέθηκαν βίαια από τους Έλληνες ιδιοκτήτες. Στα παράπονά τους μάλιστα στις αρχές, έπαιρναν την απάντηση:

«Σεις είσθε Έλληνες. Ημπορείτε να ζήσετε ως έμποροι, ως αρτοποιοί, ως λεμβούχοι, ως παντοπώλαι και να κερδήσητε πολλά εις τας πόλεις. Αφήσατε τους αγρούς εις ημάς».

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Τα θύματα της καταλήστευσης των χωραφιών, άρχισαν να δέχονται και σημειώματα για την καταβολή φόρου για τα κτήματα. Όταν μάλιστα διαμαρτύρονταν ότι δεν μπορούν να πληρώσουν κτηματικό φόρο για κτήματα που δεν έχουν πλέον, τους απαντούσαν : «Εσείς φταίτε. Εμφανισθήτε στο Διοικητήριο να δηλώσετε ότι παραχωρείτε τα χωράφια σας στους Τούρκους πρόσφυγες, για να απαλλαγείτε από τους φόρους»!!! Ο απόλυτος εκβιασμός…

Τον Ιούνιο του 1900, η κατάσταση στην Ανατολική Ρωμυλία είχε εκτραχυνθεί, εξαιτίας της εκδικητικότητας και της προκλητικότητας των Βουλγάρων. Ο «Αγών» έδινε τις πραγματικές διαστάσεις της δυσχερούς κατάστασης, γράφοντας:

«Εν σμικρώ η κατάστασις  η καθολική εν Βουλγαρία προσέλαβεν απροσδόκητον τύπον αναρχίας. Απανταχού φαίνεται καταλυθείσα πάσα αρχή, αντί του ηγεμόνος δε, των υπουργών του, των νομαρχών και των επάρχων διοικούσιν οι ανατροπείς, οι στασιασταί τα κομιτάτα! Η μόνη αρχή, ήτις δεικνύει σημεία ζωής, είναι η αστυνομία… βοηθούσα φιλοτίμως το έργον των κομιτάτων και συμμεριζομένη μετά των κακοποιών στοιχείων την τιμήν, ίσως και το κέρδος των κακουργημάτων».

Το Καβακλή και τα χωριά του

Ενδιαφέρουσες πληροφορίες δημοσιεύθηκαν στον «Αγώνα» της 8ης Σεπτεμβρίου 1900, για τα κέντρα του Ελληνισμού, τις κοινότητες της επαρχίας Καβακλή στην Ανατολική Ρωμυλία. Η επαρχία του Καβακλή περιλάμβανε οκτώ ελληνικότατες κοινότητες με πληθυσμό 18-20.000 κατοίκους. Η εφημερίδα την εποχή εκείνη θεωρούσε ότι τα ελληνικά σχολεία έπρεπε να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση.

Το Καβακλή είχε 9.000 κατοίκους, χωρίς να υπάρχει βουλγαρικό στοιχείο, πλην των κρατικών υπαλλήλων. Είχε επτατάξιο αστική σχολή με 400 μαθητές και νηπιαγωγείο με δύο τάξεις και 200 νήπια. Τα σχολεία δεν είχαν σημαντικούς πόρους. Για την συντήρηση των 8 διδασκάλων και μιας νηπιαγωγού απαιτούνται 10.000 χρυσές δραχμές που μαζεύονταν από τους δίσκους των εκκλησιών, τα ενοίκια ολίγων εκκλησιαστικών κτημάτων και οι εκούσιες προσφορές χρημάτων από κατοίκους. Και όλα αυτά κάλυπταν τα μισά έξοδα και η εφημερίδα πρόσθετε με σημασία: «Δια τούτο υψίστη ανάγκη είναι πας φιλόπατρις Έλλην να συνδράμη εις την ενίσχυσιν των σχολείων τούτων, των πολυτίμων τούτων φρουρών του Ελληνισμού εν τοις απειλουμένοις εκείνοις πληθυσμοίς».  Το Καβακλή τότε διέθετε τρεις εκκλησίες της Παναγίας, του Αγίου Γεωργίου και του Προφήτη Ηλία.

Οι Καρυές είχαν πληθυσμό 3.000 κατοίκων ελληνικής καταγωγής, ήταν φτωχοί και συντηρούσαν δημοτική τετρατάξια σχολή, στην οποία δίδασκε ένας διδάσκαλος με ένα βοηθό. Είχα 100 μαθητές. Με μεγάλες δυσχέρειες οι κάτοικοι κάλυπταν τα έξοδα του σχολείου που έφταναν τις 1800 χρυσές δραχμές.

Το Σιναπλί την εποχή εκείνη απείχε από το Καβακλή δύο ώρες. Το κατοικούσαν 2000 Έλληνες. Συντηρούσε δημοτική τετρατάξια σχολή με ένα διδάσκαλο και ένα βοηθό. Φοιτούσαν περί τους 100 μαθητές. Ετήσια δαπάνη 1800 χρυσές δραχμές, που συγκεντρώνονταν με μεγάλη δυσκολία, εξαιτίας της φτώχιας των κατοίκων.

Το Μικρό Μοναστήριον είχε 1450 κατοίκους ελληνικής καταγωγής (με αρκετούς κατοίκους από την Ήπειρο). Συντηρούσε δημοτική τετρατάξια σχολή με ένα διδάσκαλο και ένα βοηθό. Ετήσια δαπάνη 1600 χρυσές δραχμές. Είχε 60 μαθητές.

Το Μέγα Μοναστήριον κατοικούνταν από 1600 Έλληνες. Είχε τετρατάξια δημοτική σχολή με ένα διδάσκαλο, που φιλοτίμως τον βοηθούσε η σύζυγός του. Μαθητές 80 έως 100. Ετήσια δαπάνη 1600 χρυσές δραχμές. Στην κοινότητα αυτή σώζονταν τα ερείπια βυζαντινού φρουρίου.

Το Δουγάνογλου είχε 850 κατοίκους και τετρατάξια δημοτική σχολή με ένα διδάσκαλο και 50 μαθητές.

Στο Τσεκούρκιοϊ κατοικούσαν 220 άτομα. Ο ιερέας εκτελούσε και χρέη γραμματοδιδασκάλου στους περίπου 15 μαθητές.

Υπήρχε και ένας νεοπαγής οικισμός με την ονομασία Δράμα, που αποτελούσε επέκταση του Μικρού Μοναστηρίου. Είχε 260 Έλληνες κατοίκους, αλλά δεν διέθετε σχολείο. Είχε όμως ελληνική εκκλησία και ο ιερέας έρχονταν στις γιορτές από το γειτονικό Σιναπλί.

Η εφημερίδα κατέληγε: «Τοιούτος είναι και τοσούτος ο ελληνισμός της επαρχίας ταύτης, άξιος πάσης ενθαρρύνσεως και υποστηρίξεως υπό της απανταχού ελληνικής φιλοπατρίας».

Η κατάσταση χειροτερεύει…

Το 1903 η κατάσταση χειροτέρευε για τους Έλληνες. Εντάθηκαν οι διωγμοί και κυρίως οι προσπάθειες των Βουλγάρων να στρέψουν τους Έλληνες εναντίον του Τούρκων. Ένα τέτοιο περιστατικό συνέβη τον Αύγουστο του 1903 («Αγών» 26 Δεκεμβρίου).

Στη Βορειοανατολική Θράκη, είχαν κυκλοφορήσει προκηρύξεις στα ελληνικά, που προέτρεπαν σε δολοφονίες Τούρκων.

«Φονεύσατε τους Τούρκους στρατιώτας και ενωθήτε μεθ’ ημών προς απελευθέρωσιν της χώρας ταύτης, ήν ποταμοί αίματος των πατέρων μας επότισαν. Άλλως θα θεωρηθείτε εχθροί και θα υποστήτε την δέουσαν ποινήν, ήτοι τον θάνατον» έγραφαν.

Αυτά συγκεκριμένα, απευθύνονταν προς τους κατοίκους του χωριού Κωστή (της επαρχίας Αγαθουπόλεως). Τα έγραφε όπως έγινε γνωστό, ο Μιχαήλ Γκερτσικώφ, αρχηγός του 7ου τμήματος του επιτελείου του Μακεδονο- Αδριανουπολίτικου κομιτάτου. Και φάνηκαν σύντομα οι αθλιότητες των Βουλγάρων, καθώς 32 θύματα αριθμούσε η Αγαθούπολη μέσα σε δύο μήνες, με πρώτον τον προύχοντα του χωριού Κωστή, Ευθύμιο Πιτέλο.

Τα περιστατικά αυτά δεν απηχούν στο σύνολό τους τα πάθη του Ελληνισμού στην Ανατολική Ρωμυλία. Αποτελούν ένα απλό απάνθισμα ανταποκρίσεων μιας μικρής αθηναϊκής εφημερίδας. Απλά για να έχουμε μια εικόνα…

Δυστυχώς ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας υπέστη τα πάνδεινα και τελικά συρρικνώθηκε απελπιστικά. Επρόκειτο για Έλληνες, που ανέπτυξαν σημαντικά σχολεία, υπηρέτησαν τον πολιτισμό, διέθεταν εφημερίδες και βιβλιοθήκες, αντιστεκόμενοι στον αναδυόμενο βουλγαρικό εθνικισμό. Υπήρξαν ονομαστά σχολεία στα μεγάλα αστικά κέντρα,  όπως τα Ζαρίφεια και τα Αρχιγένεια Διδασκαλεία, η Μαράσλειος Σχολή, ενώ από το 1860 λειτουργούσαν παρθεναγωγεία. Η οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική άνοδος των Ελλήνων προκάλεσαν τον φθόνο των Βουλγάρων.

Παντελής Αθανασιάδης

ΘΡΑΚΗ ΝΕΤ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Latest News

Προπτυχιακά, μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα σπουδών από την U CERT

Το Πανεπιστήμιο Frederick είναι ένα Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο που λειτουργεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Άρχισε τη λειτουργία...

More Articles Like This