
Στο Θεό που υπάρχει, καταθέτω την πίστη.
‘Άλλος νέος δεν είναι. Τον φωνάζουνε “Κτίστη”.
Γι Αυτόν στην Αθήνα είχαν χτίσει βωμό
και επάνω του γράψαν: “Τω Αγνώστω Θεώ”.
Κι ήλθε ο Παύλος στη γη μας, ο μαθητής του Χριστού,
για να πει την αλήθεια του “Αγνώστου Θεού”.
Στο Θεό που υπάρχει κι είναι άυλο πνεύμα,
υπακούει η φύση μόνο σ’ ένα Του νεύμα.
Δεν μπορούν να Τον δούνε τα φθαρτά μου τα μάτια.
Η καρδιά Τον αγγίζει σ’ άδυτα μονοπάτια.
Ούτε αρχή, ούτε τέλος δεν υπάρχει για Κείνον.
Το δικό μου το “είναι” του οφείλει τον ύμνον.
Στο Θεό που υπάρχει, δεν Τον βλέπω, Τον νοιώθω,
να βρεθώ πιο σιμά Του, λαχταράω με πόθο.
Να μου δίνει γαλήνη στην καρδιά και στο νου.
Να γεμίσω μ’ αγάπη, σαν αυτή τ’ ουρανού.
Απ’ αυτή να μοιράσω και σ’ αυτούς που δεν έχουν.
Να ‘ρθει πάλι το γέλιο στα ματάκια που τρέχουν.
Στο Θεό που υπάρχει κι είναι δίπλα, σιμά μας,
δώστε θέση. Εκείνος, ας μπει μες στην καρδιά μας.
Αθ. Παπατριανταφύλλου