Ο Έλληνας έμπορος όπλων που απελευθέρωσε το Ανατολικό Αιγαίο – Το όνομά του σήμερα έχει ξεχαστεί…

Η Ελλάδα αγοράζει το πρώτο υποβρύχιο
Η είσοδος του Ζαχάροφ στην πολεμική βιομηχανία έγινε σε μια εποχή που τα Βαλκάνια ήταν ανάστατα. Οι επαναστάσεις της Βοσνίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Ερζεγοβίνης και της Βουλγαρίας εναντίον της Τουρκίας είχαν καταλήξει σε αιματηρό πόλεμο. Σε βοήθεια των «Σλάβων αδελφών» είχε προστρέξει ο τσάρος Αλέξανδρος, ο επονομαζόμενος και «απελευθερωτής», κηρύσσοντας τον πόλεμο Ρωσίας-Τουρκίας. Ωστόσο ο «μεγάλος ασθενής του Βοσπόρου» αντιστεκόταν πεισματικά και ο πόλεμος διαρκούσε ήδη έξι μήνες, με τον τσάρο όμως να έχει τελικά το προβάδισμα, αφού οι Τούρκοι κρατούσαν μόνο το φρούριο της Πλεύνας στη Βουλγαρία.
Ολόκληρη η Ευρώπη παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα.
Η συγκίνηση στην Αθήνα ήταν μεγάλη, ενώ η Ελλάδα ήταν η μόνη βαλκανική χώρα που δεν είχε αναμειχθεί σε αυτό τον πόλεμο. Όμως η κυβέρνηση μυστικά προχωρούσε σε πολεμικές προετοιμασίες και αγόραζε μεγάλες ποσότητες πολεμοφοδίων.
Η συγκυρία για τον Ζαχάροφ ήταν μοναδική. Ως αντιπρόσωπος σουηδικής αμυντικής βιομηχανίας, έγινε από τους πλέον συχνούς επισκέπτες του υπουργείου Στρατιωτικών – όπως λεγόταν τότε το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Η καταγωγή του και η μόρφωσή του αρχίζουν να έχουν αντίκρισμα. Αντί του τυχοδιώκτη απατεώνα που όλοι περίμεναν να δουν, βλέπουν έναν μετρημένο, δραστήριο και σοβαρό έμπορο. Αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό στα σαλόνια των Αθηνών είναι ο μισθός του.
Παίρνει πέντε στερλίνες την εβδομάδα. Τόσα χρήματα δεν κέρδιζε κανένας στην Ελλάδα.
Ο Ζαχάροφ αρχίζει να εξοικειώνεται με τα μεγάλα ποσά και κλείνει δουλειές εκατομμυρίων. Ακόμη και όταν η αναταραχή στα Βαλκάνια παρουσιάζει ύφεση μετά την ήττα της Τουρκίας, το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να εξοπλίζεται ώστε να αυξήσει το κύρος του διεθνώς, εν όψει και της Διάσκεψης Ειρήνης που θα ακολουθούσε. Όμως, μετά την απόρριψη της βρετανικής πρότασης για ειρήνη, ο ρωσικός στρατός προελαύνει προς την Κωνσταντινούπολη, ενώ στα ευρωπαϊκά κράτη σημαίνει συναγερμός. Ο πρωθυπουργός της Αυστρίας εγκρίνει πιστώσεις 60 εκατομμυρίων κορονών για εξοπλισμούς και η βρετανική Βουλή το ποσό των 6 εκατομμυρίων λιρών. Κατά τη διάσκεψη του Βερολίνου τον Ιούλιο 1878, τα «λάφυρα» διανέμονται μεταξύ των βαλκανικών κρατών, της Ρωσίας, της Αυστροουγγαρίας και της Αγγλίας. Η Ελλάδα μένει έξω από τη μοιρασιά.
Η εξέλιξη αυτή ικανοποιεί τη σουηδική πολεμική βιομηχανία, γιατί μπορεί να έχασε την πελατεία της στην Ευρώπη, θα τη διατηρούσε όμως στην Ελλάδα, αφού όλοι γνώριζαν ότι θα ξεκινούσε κούρσα εξοπλισμών ή αναταραχή. Πράγματι, επί τρία χρόνια μετά τη συνθήκη του Βερολίνου, η Ελλάδα εξοπλίζεται πυρετωδώς. Ο Ελληνικός Στρατός αυξάνεται σε 45.000 άντρες και οι παραγγελίες πολεμικού υλικού, μόνο από τα εργοστάσια Κρουπ, ανέρχονται στο μυθικό για την εποχή ποσό των 2 εκατομμυρίων φράγκων. Οι υπόλοιποι αντιπρόσωποι ικανοποιούνται με μικρότερα ποσά.
Το επόμενο έτος ο ελληνικός στρατός θα φτάσει, στα χαρτιά τουλάχιστον, τους 100.000 άντρες. Οι μεγάλες δυνάμεις, ανησυχώντας για νέο πόλεμο στα Βαλκάνια, συνηγορούν στην παραχώρηση της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Ηπείρου στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, οι δαπάνες για στρατιωτικούς σκοπούς ανέρχονται σε 16 εκατομμύρια φράγκα – ποσό δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με άλλες δαπάνες του προϋπολογισμού.
Όταν το 1885 στη Βουλγαρία επικρατεί αναταραχή, η Ελλάδα εξασφαλίζει δάνειο 100 εκατομμυρίων φράγκων για στρατιωτικούς σκοπούς. Η Αθήνα μετατρέπεται στο Ελ Ντοράντο των εταιρειών και των αντιπροσώπων αμυντικού υλικού. Τα ποσά είναι μεγάλα και επιπλέον όλοι γνωρίζουν ότι εδώ οι παραγγελίες δεν ελέγχονται εξονυχιστικά και ότι πολλά κανονίζονται «κάτω από το τραπέζι». Αυτό είναι και το κατάλληλο έδαφος για να αναδειχθούν οι ικανότητες του Ζαχάροφ. Η εταιρεία είναι ενθουσιασμένη με τις υπηρεσίες του, ανανεώνει το συμβόλαιό του και αυξάνει τα ποσοστά του.
Ο ιδιοκτήτης Τόρστεν Β. Νόρντενφελτ είναι μηχανικός με μεγάλη πείρα, αφοσιωμένος στις έρευνες και τις εφευρέσεις του και βλέπει στον Ζαχάροφ το έτερον ήμισύ του στον εμπορικό τομέα. Ο Νόρντενφελτ ασχολείται με την τεχνική τελειοποίηση διαφόρων όπλων όπως το μυρδιαλιοβόλο –η κατασκευή του οποίου ακόμη βρισκόταν στα σπάργανα– και του τηλεβόλου. Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του και αυτή που του χάρισε παγκόσμια φήμη ήταν η κατασκευή ενός υποβρυχίου.

Η σκέψη για την κατασκευή ενός πλοίου που να κινείται κάτω από την επιφάνεια του νερού ήταν παλιά. Έλληνες ιστορικοί χρονολογούν την αρχή αυτής της προσπάθειας τουλάχιστον το 322 π.Χ., όταν οι δυνάμεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου χρησιμοποιούσαν υποβρύχιους κλωβούς και άλλους υποβρύχιους θαλάμους για τη διεξαγωγή θαλάσσιων επιχειρήσεων ενάντια στην πόλη της Τύρου, γεγονός το οποίο αναφέρει ο Αριστοτέλης.
Έκπληκτος από αυτές τις δραστηριότητες, ο Μέγας Αλέξανδρος τελικώς καταδύθηκε στο βυθό της θάλασσας μέσα σε ένα ειδικά διαμορφωμένο γυάλινο βαρέλι, παραμένοντας εκεί για αρκετές ώρες.
Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, ο Έλληνας μηχανικός Ν. Γρυπάρης κατασκεύασε ένα πειραματικό υποβρύχιο ονόματι ΓΡΥΠΑΡΑ το 1880 και το δοκίμασε στα νερά του Φαλήρου. Αλλά αποδείχτηκε δύσκολο για τους περισσότερους Ευρωπαίους να εξασφαλίσουν οικονομική υποστήριξη για ένα τέτοιο σχέδιο. Σε ό,τι αφορά τον Ν. Γρυπάρη, δεν υπάρχει κανένα αρχείο που να πιστοποιεί ότι κατασκεύασε ένα κανονικού μεγέθους λειτουργικό υποβρύχιο.
Κατά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο είχε κατασκευαστεί ένα είδος υποβρυχίου, όμως ήταν πρωτόγονο και προκάλεσε απώλειες. Το υποβρύχιο του Νόρντενφελτ ήταν πολύ καλύτερο από το αμερικανικό, και η κυβέρνηση της Σουηδίας απένειμε σε αυτόν μεγάλες τιμές. Όμως οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις εξακολουθούσαν να είναι δύσπιστες στη νέα εφεύρεση. Πριν προχωρήσουν σε παραγγελίες του καινούργιου αυτού όπλου, περίμεναν πρώτα να δοκιμαστεί.
Ο Ζαχάροφ πρότεινε να προσπαθήσουν να πουλήσουν το υποβρύχιο σε κάποιο μικρό κράτος, αφού οι μεγάλες δυνάμεις ήταν διστακτικές. Φυσικά εννοούσε την Ελλάδα, όπου ο ίδιος είχε μεγάλη επιρροή και η οποία διέθετε τα απαιτούμενα κονδύλια, αφού το δάνειο είχε εγκριθεί πρόσφατα. Στην Αθήνα η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό.
Η ελληνική κυβέρνηση έδωσε άμεση προτεραιότητα στην προώθηση της υποβρύχιας δύναμης. Ενώ γενικά ήταν καλές οι σχέσεις με τη ναυτική δύναμη της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας οι οποίες πολέμησαν ως σύμμαχοι στη ναυμαχία του Ναυαρίνου υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμεινε ένας αμείλικτος εχθρός με έναν αριθμητικά υπέρτερο στόλο. Όταν οι δοκιμές για το Nordenfelt Ι πραγματοποιήθηκαν στο Landskrone της Σουηδίας, ο Νόρντενφελτ κάλεσε παρατηρητές του Ναυτικού από πολλές ευρωπαϊκές και λατινοαμερικανικές χώρες.
Παρ’ όλο που κάποιοι παρατηρητές γύρισαν πίσω χωρίς να έχουν εντυπωσιαστεί, η ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να ακολουθήσει τις εξελίξεις, αποφάσισε να αγοράσει το Nordenfelt Ι για 9.000 βρετανικές λίρες.
Επρόκειτο για ένα σκάφος ελλειπτικού σχήματος, μήκους 19,5 μ. και μέγιστου πλάτους 2,75 μ. Είχε εκτόπισμα εν καταδύσει 55 τόνους και δυνατότητα κατάδυσης έως τα 15 μ. Κινούνταν από μια ατμομηχανή 100 ίππων, η οποία του έδινε δυνατότητα ανάπτυξης ταχύτητας 9kn εν επιφανεία και 2kn εν καταδύσει, με αυτονομία στην κατάδυση 160nm. Επιπλέον ήταν οπλισμένο με έναν τορπιλοσωλήνα, ο οποίος είχε τη δυνατότητα βολής μιας τορπίλης 14΄΄ σε απόσταση 30 μ. από τον στόχο και ευρισκόμενο εν επιφανεία.
Το Nordenfelt I αποσυναρμολογημένο έφτασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1886. Το Μάρτιο του ίδιου έτους έκανε τις πρώτες του δοκιμές στον όρμο του Φαλήρου, κατά τις οποίες παρουσίασε κάποια χαρακτηριστικά αξιόπλοου σκάφους στην επιφάνεια. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο και στην κατάδυση, στην οποία εμφάνισε πολλά προβλήματα ευστάθειας και στεγανότητας, καθώς και προβλήματα στην εκτόξευση της τορπίλης. Παρά το υπέρογκο ποσό που δαπανήθηκε για την αγορά του, αυτά τα ελαττώματα το κατέστησαν μη αποδεκτό από το Πολεμικό Ναυτικό και ανενεργό έως το 1901, οπότε και καταστράφηκε.
Παρά τα ελαττώματά του, το υποβρύχιο αυτό θεωρήθηκε ως θαύμα της ναυπηγικής τέχνης και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στα γειτονικά κράτη. Η κυβέρνηση και ο στρατός της Τουρκίας κατελήφθησαν από ανησυχία. Η Υψηλή Πύλη παρακολουθούσε με μεγάλη περιέργεια αυτό το μυστηριώδες πλοίο που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο τα Δαρδανέλια και ξαφνικά να εμφανιστεί στα ύδατα της Κωνσταντινούπολης.
Βοήθησε τα μέγιστα την Ελλάδα να επεκταθεί, τροφοδοτώντας με πολεμοφόδια το θωρηκτό Αβέρωφ, που συμμετείχε στις επιχειρήσεις απελευθέρωσης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913).
Ο Ζαχάροφ κατόρθωσε να εξουδετερώσει τους ανταγωνιστές του και να γίνει ο «βασιλιάς των πολυβόλων». Επίσης ανέπτυξε σχέση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο παίζοντας ρόλο στη Μικρασιατική εκστρατεία, αλλά και προσωπική σχέση με τους πρωθυπουργούς της Γαλλίας και της Βρετανίας.
Ο σερ Μπαζίλ Ζαχάροφ απεβίωσε στο Μονακό, όπου κατόρθωσε αυτό που δεν είχε κατορθώσει ο Ωνάσης: να γίνει ιδιοκτήτης του καζίνο.
pronews.gr





