Η εισήγηση του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου στην 30η συζήτηση στρόγγυλης τραπέζης του ECONOMIST

Για δεύτερη συνεχή χρονιά, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αλεξανδρούπολης κ. Άνθιμος συμμετείχε ως προσκεκλημένος ομιλητής στο ετήσιο συνέδριο του Economist στην Αθήνα, αναδεικνύοντας τη σύγχρονη ματιά της Εκκλησίας στα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας.
Ο Σεβασμιώτατος συμμετείχε στο άκρως επίκαιρο πάνελ: «Ψυχή, κώδικας και επιχειρήσεις: Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης», συνομιλώντας με τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Θεοφάνη Τάση, αλλά και με το διάσημο ανθρωποειδές ρομπότ, Ameca.
Στην σύντομη ομιλία του ο Μητροπολίτης μας επικεντρώθηκε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο και να αναπτύσσεται με σαφή ηθικά όρια, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ζήτημα της «ψηφιακής αθανασίας». Ο κ Άνθιμος στάθηκε στην αγωνιώδη προσπάθεια για την δημιουργία μιας «ψηφιακής μετά θάνατον ζωής», δίνοντας το στίγμα της πνευματικής προσέγγισης του θέματος. Επιπλέον αναγνώρισε την απόλυτη ανάγκη για πνευματική ψυχραιμία απέναντι στις τεχνολογικές ψευδαισθήσεις. Τέλος, τόνισε ότι παρά τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία θα ήταν λάθος να παραβλέψουμε, η διατήρηση της ανθρώπινης μοναδικότητας, της ψυχής και της ενσυναίσθησης παραμένει η απόλυτη προτεραιότητα.
Η θεολογική εισήγηση του κ. Ανθίμου, η οποία θέτει τις βάσεις για ένα νηφάλιο, τεκμηριωμένο και ολοκληρωμένο διάλογο και αναστοχασμό για το σοβαρότερο θέμα που απασχολεί σήμερα την οικουμένη είναι η κάτωθι:

ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑ
Ο Θεός είναι ο μόνος «χορηγός ζωής», άκτιστος, απόλυτος, άχρονος, άϋλος και ασώματος και δεν υπάρχει κανένα άλλο πρόσωπο ή πηγή, που να δίνει αυτοδυναμία ζωής. Κάποτε, δημιούργησε τον κόσμο, οπότε και τον χρόνο, «εκ του
μη όντος». Αυτό σημαίνει, όχι από την ουσία του αλλά από την βουλητική του ενέργεια, γι’ αυτό και η Δημιουργία είναι ετερούσια, δηλ. ριζικά διαφορετική από την ουσία του Θεού1.
Όλα τα δημιουργήματα, ορατά και νοητά (σύμπαν, κόσμος, άγγελοι, δαίμονες, σώματα, ψυχές, μέχρι το τελευταίο σωματίδιο του μικρόκοσμου), είμαστε κτίσματα. Γι’ αυτό η Βίβλος και οι Πατέρες της Εκκλησίας απορρίπτουν κάθε απολυτότητα, τίποτε απόλυτο δεν υπάρχει στην κτίση και στην ιστορία. Όσα συνέβησαν και όσα συμβαίνουν γύρω μας, χαρακτηρίζονται από μεταβολή, ροή, ανάπτυξη, πτώση, άνοδο και μέσα σ’ ένα πλέγμα σχέσεων αλληλοεξαρτώνται, σχετίζονται και υπόκεινται σε σχετικότητα2.
Η δεδομένη αυτή σχετικότητα του κόσμου και του ανθρώπου έχει μάλιστα και διαβαθμίσεις (η ψυχή σε σχέση με το σώμα είναι άϋλη, σε σχέση όμως με τον Θεό είναι υλική και σωματική).
Αλλά, επηρεασμένοι από την ελληνική πλατωνική και νεοπλατωνική φιλοσοφία πολλοί, ακόμα και χριστιανοί, θεώρησαν ότι «η νοούσα ψυχή, φυσικώς αδημιούργητη και συγγενική» με τον Θεό, δεν έχει καμμιά συγγένεια με ορατά και υλικά πράγματα3.
Οπότε, για να γεφυρώσουν το χάσμα, υπήρξαν εκκλησιαστικοί συγγραφείς που μίλησαν για θνητό σώμα και για αθάνατη ψυχή. Πάντως εξήγησαν ότι «φύσει αθάνατος» είναι μόνο ο Θεός, ενώ ο άνθρωπος μπορεί να γίνει αθάνατος «κατά χάριν», χαριστικά4.

Η κοσμολογία λοιπόν και η ανθρωπολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατάργησε κάθε διαλεκτική δυαδικότητα, αντιπαλότητα, διαρχία ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. Γι’ αυτό και οι Πατέρες μας ποτέ δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με το πού εδρεύει η ψυχή: στο αίμα, στο συκώτι, στην καρδιά, στον εγκέφαλο; Πιστεύουμε ότι η ψυχή είναι τέλεια ενωμένη με όλο το σώμα, γι’ αυτό και εντοπίζεται «ομότιμα σε κάθε μόριο του σώματος» (Γρηγόριος Νύσσης).
Στην Εκκλησία λέμε ότι σώμα και ψυχή είναι άρρηκτα ενωμένα μεταξύ τους, οπότε μπορούν να αγιασθούν και τα δύο. Μιλάμε για τον «όλο άνθρωπο» και για «ολική σωτηρία και των δύο» (Διονύσιος Αρεοπαγίτης). Τα φωτοστέφανα που ζωγραφίζονται στα κεφάλια των αγίων στις εικόνες μας, είναι για να μας διδάσκουν ότι «ο θείος έρωτας πλημμυρίζει τόσο την ψυχή, αλλά περισσότερο την σάρκα» (Ευάγριος Ποντικός). Λέμε ακόμα ότι, δεν είναι το σώμα που τυλίγει την ψυχή, είναι η ψυχή που τυλίγει το σώμα, όπως η φωτιά τυλίγει το πυρακτωμένο σίδερο (Ιωάννης Δαμασκηνός).
Στο ερώτημα, πότε εμφανίζεται η ψυχή, πιστεύουμε5 ότι την δημιουργούν (συν- δημιουργούν), οι γονείς, όταν «βουλήματι του Θεού», συλλαμβάνουν παιδί και την διοχετεύουν μαζί με το σώμα (Μάξιμος Ομολογητής). Έτσι κι αλλιώς, τα πάντα ουσιοποιούνται στο βαθμό που μετέχουν στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, «τα πάντα πάντοτε κτίζονται» (Γρηγόριος Νύσσης).
ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΖΩΗ
Η Βίβλος με ρωμαλέα απλοϊκότητα, περιγράφει την ψυχή ως «πνοή ζωής» την οποία ο Δημιουργός «φύσησε» μέσα στον άνθρωπο και τον μετέτρεψε σε «ψυχή ζώσα6». Το δελφικό παράγγελμα «γνώθι σ’ αυτόν», δεν προέτρεπε σε επιστημονική γνωριμία του εαυτού μας (αυτή θα ήταν αδιάφορη για το μαντείο). Προέτρεπε να μάθουμε να υπάρχουμε στον κόσμο με αυτοσυνειδησία. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της ψυχής: «γνωρίζει πως γνωρίζει» και έχει γνώση ενός τέλους7. Αυτή η είδηση δεν διδάχτηκε στο βιολογικό όν, δωρήθηκε σ’ αυτό και η δωρεά αυτή το μεταποίησε από ζώο σε
άνθρωπο και μετέτρεψε την παρουσία του από σχετική σε απόλυτη. Γι’ αυτό στην Εκκλησία λέμε ότι η ψυχή δεν είναι πράγμα, είναι κάλεσμα. Είναι εκείνος ο ζωτικός και ενεργειακός χώρος8, όπου ενώνονται αρμονικότατα τα στοιχεία της υποστάσεως του ανθρώπου.
ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο Θεός έβαλε στον άνθρωπο αυτεξούσια ψυχή (δηλ. ελεύθερη) και του πρότεινε να κινηθεί αυτοπροαίρετα, είτε προς το καλό είτεπρος το κακό. Αν ο Αδάμ επέλεγε το καλό, θα μπολιαζόταν στο Θεό9 και θα συμπαρέσυρε και το σώμα του σε φυσική αθανασία10.
Εκείνος όμως, δεν εμπιστεύθηκε τον Δημιουργό του και κινήθηκε αυτοπροαίρετα προς το κακό. Έτσι, πέθανε ψυχικά (αυτή ήταν η Πτώση των Πρωτοπλάστων11), οπότε και το σώμα του έχασε τη δύναμη να συγκρατηθεί σε φυσική αθανασία. Τότε ο Θεός (που θάνατο δεν δημιούργησε), «αναγκάστηκε» να τον αποδεχτεί12 (από σεβασμό προς το δημιούργημά του που τον επέλεξε), αλλά μόνο στο σώμα, το οποίο, «βιαίως χωρίζεται» από την ψυχή. Προκειμένου «να μην χαθεί ο όλος άνθρωπος».
Ο Πλάτωνας, με ορφική εμπειρία, περιέγραψε το σώμα ως σιχαμερό13, κατανόησε την σημαντικότητα της ψυχής και την ανακήρυξε αθάνατη14 «…ως ουδέποτε απόλλυται». Όμως, η τραγική εμπειρία διδάσκει πως και η ψυχή μπορεί και να χαθεί.
Γι’ αυτό η αθανασία δεν είναι δεδομένη στην Καινή Διαθήκη, όπως και η ψυχή δεν είναι εκ προοιμίου αθάνατη, προσκαλείται στην αθανασία, γι’ αυτό προανέφερα ότι είναι κάλεσμα. Εξάλλου η αθανασία δεν υπάρχει ούτε ως λέξη στα ιερά Ευαγγέλια. Υπάρχει η «ζωή αιώνιος», που κι αυτή δεν είναι εκ προοιμίου δεδομένη. Η κόλαση και ο παράδεισος, το θείο και το δαιμονικό, η σωτηρία και η απώλεια συγκροτούν το «είναι» της ψυχής, μόνο όταν αυτή πάψει να αισθάνεται ασφάλεια σ’ αυτόν τον κόσμο. Τότε είναι, που η Εκκλησία επικαλείται την σωστική παρέμβαση του Χριστού
(του μοναδικού Προσώπου που υποσχέθηκε την σωτηρία του συνολικού κόσμου «δια του Σώματος και του Αίματός Του»). Αλλιώς η απώλεια είναι επικείμενη15 και η ψυχή φτάνει στο έσχατο σημείο της αυτοσυνειδησίας της, που είναι τραγικό16.
Η Ανάσταση του Χριστού, μας προσφέρει δύο δώρα. Το πρώτο: λυτρώνει την ψυχή μας από τον Άδη (δίνοντάς μας την δυνατότητα να επιστρέψουμε στο Θεό (εμπιστευόμενοι την διαδικασία της μετάνοιας) και το δεύτερο: λυτρώνει το σώμα
μας από τη φθορά (με την βέβαιη ανάσταση των σωμάτων μας17 στη Δεύτερη Παρουσία Του). Τότε που, θέλουμε δεν θέλουμε, θα αναστηθούμε όλοι (άλλοι στην ύπαρξη και άλλοι στην Βασιλεία των ουρανών). Εκεί θα συντελεσθεί η «ολική σωτηρία», θα σωθεί «ο όλος άνθρωπος», δηλ. η ψυχή αδιάσπαστα ενωμένη με το σώμα. Στο δε ανθρώπινο σώμα θα συμποσούται ολόκληρη η υπόλοιπη Δημιουργία, το κακό θα πάψει να υπάρχει18 και όλα θα επιστρέψουν στο άπειρο Αγαθό και στο άπειρο Κάλλος (Γρηγόριος Νύσσης).
1 Ματσούκας Νικ. Δογματική και συμβολική Θεολογία Γ’.
2 Μαλεβίτσης Χρ.: «Το ότι υπάρχει ζωή στον κόσμο προκαλεί ίλιγγο στο νου και δέος στην ψυχή».
3 Με βάση την Φυσική, έχουν εκφραστεί και ωραίες θεολογικές απορίες, όπως «πόσο υλική είναι η
ύλη»; (Πετρουλέας Βασ.)
4 Έτσι το σώμα φαίνεται διαλυτό, δυσκίνητο, άμεσα σύνθετο μπροστά στο θάνατο και η ψυχή, από τον
κτιστό νοητό κόσμο, αναμένει την ανάσταση του σώματός «της», ως αποτέλεσμα θείας ενέργειας.5 Η Ορθόδοξη θεολογία δεν αποδέχεται την απόψη του Ωριγένη ότι οι ψυχές προϋπάρχουν «κάπου»
και μετά την σύλληψη του σώματος «έρχονται» και εφυτεύονται σ’ αυτό.
6 Γεν. 2,7 «Και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν
ζώσαν».
7 Εφόσον ψυχή είναι η αυτοσυνειδησία και τα ζώα δεν προικίστηκαν με ψυχή, δεν έχουν και γνώση
του τέλους τους (ενστικτωδώς πανικοβάλονται μόνο τη στιγμή που το βιώνουν). Οπότε μπορούμε να
πούμε ότι: τα ζώα ψοφούν, οι άνθρωποι πεθαίνουν και οι χριστιανοί κοιμούνται.
8 Με σημερινή ορολογία θα μπορούσε η ψυχή να ορισθεί ως «ενεργειακή δέσμη που περιέχει
εναίσθηση, αυτοσυνειδησία και αυτενέργεια. Διαθέτει την ιδιότητα να είναι ανώλεθρη και αθάνατη,
ενώ με την λεπτοφυή και αιθέρια υφή της, προκαλεί ορατά και απτά θαυμαστά ενεργήματα και
αποτελέσματα, κατά τη διάρκεια της δράσεως του γηΐνου βίου της, όπου εμψυχώνει την βιολογική
υπόσταση της υπάρξεώς μας» (π.Εμ.Κ).
9 Ρωμ. 11, 24
10 Ψαλμ. 81, 6
11 Έχει ειπωθεί και «περιπέτεια της ελευθερίας τους» (Γιανναράς Χρ.)
12 Α’ Κορ. 15, 21
13 Το αποκαλούσε «βδέλυγμα», ενώ αντίθετα η Εκκλησία το ανύψωσε σε «ναό του εν ημίν αγίου
Πνεύματος» Α’ Κορ. 6,19.
14 Την περιγράφει σε αντιπαλότητα και εχθρότητα με το σώμα. Η Ορθόδοξη θεολογία όμως, δεν
συμφωνεί, αφού η πρώτη αμαρτία στον κόσμο διαπράχθηκε από ένα όν που δεν είχε σώμα. Η
Εκκλησία μιλάει για αλληλοπεριχώρηση: τα πάθη της ψυχής εκδηλώνονται ως ατέλειες στο σώμα και
οι σωματικές αμαρτίες ταλαιπωρούν την ψυχή.
15 Η ψυχή που αδιαφορεί για τον χρόνο είναι αθάνατη. Η ψυχή που ενδιαφέρεται για τον χρόνο είναι
θνητή.
16 Συχνά «ο θάνατος δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας για την αθανασία» (M.
Eliade).
17 Α’Κορ. 15, 25-2618 Αποκ. 21,4
.18 Αποκ. 21,4 «…και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών και ο θάνατος ουκ
έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι».



