
- του Βύρωνα Κοτζαμάνη*
Οι γεννήσεις στη χώρα μας έχουν καταρρεύσει τις τελευταίες δεκαετίες: από 148 χιλιάδες κατά μέσο όρο το 1979-80, περιορίσθηκαν σε μόλις 67 χιλιάδες το 2024-25, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης παιδιών αυξήθηκε κατά έξι σχεδόν χρόνια (από 26,2 σε 32,2 έτη). Η πτώση αυτή, που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, οφείλεται στη μείωση της γονιμότητας των γυναικών: όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν κατά μέσο όρο 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 λιγότερα από 1,5. Παράλληλα, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων, τα φυσικά ισοζύγια συρρικνώνονται συνεχώς και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά: από πλεόνασμα 638 χιλιάδων γεννήσεων έναντι θανάτων τη δεκαετία 1971-80, φτάσαμε σε έλλειμμα 290 χιλιάδων την τελευταία πενταετία (2021-25).
Μεγάλες περιφερειακές διαφορές

Η εικόνα όμως δεν είναι ενιαία σε όλη τη χώρα. Ανάμεσα στο 2009 και το 2024, οι γεννήσεις πανελλαδικά μειώθηκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλιάδες). Ωστόσο, σε έξι Νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας -Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα- η μείωση ξεπέρασε το 50%, ενώ σε άλλους δέκα κυμάνθηκε από 45% έως 50%. Στον αντίποδα, σε έξι νησιωτικούς Νομούς η μείωση ήταν μικρότερη του 30%, και σε δύο από αυτούς -Κυκλάδες και Ζάκυνθο- μικρότερη ακόμη και του 15%.
Αν συνυπολογίσουμε και τη θνησιμότητα, μέσω του δείκτη «θάνατοι ανά 100 γεννήσεις», οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακές: ο δείκτης αυτός κυμαίνεται στους Νομούς από 79 έως 276 (με εθνικό μέσο όρο τους 133). Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις Νομοί της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο) είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Αντίθετα, 17 Νομοί -όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα- κατέγραψαν από 175 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις, με εννέα από αυτούς (Τρίκαλα, Αρκαδία, Κιλκίς, Καρδίτσα, Άρτα, Ευρυτανία, Φωκίδα, Γρεβενά, Σέρρες) να έχουν διπλάσιους ή και περισσότερους θανάτους από γεννήσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Νομοί με τις υψηλότερες αναλογίες θανάτων προς γεννήσεις είναι και εκείνοι που, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, κατέγραψαν τις μεγαλύτερες μειώσεις πληθυσμού (άνω του 10%) ανάμεσα στο 2009 και το 2025. Αντίστροφα, όσοι είχαν χαμηλότερη αναλογία βρίσκονται στην ομάδα με περιορισμένη μείωση ή και μικρή αύξηση πληθυσμού.
Το 2024, τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, ο εθνικός δείκτης έφτασε τους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις, έναντι μόλις 92 το 2009. Σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων, όμως, η διακύμανση είναι τεράστια: από 49 έως 376. Μόνο πέντε Περιφερειακές Ενότητες -Θήρα, Μύκονος, Κως, Νάξος, Ρέθυμνο- είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, ενώ σε 17, σχεδόν όλες ηπειρωτικές, καταγράφηκαν 250 έως 376 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Η Π.Ε. Σερρών, Ευρυτανίας και Γρεβενών είχαν 3,5 ή και περισσότερους θανάτους ανά γέννηση, σε πλήρη αντίθεση με τη Θήρα, όπου οι γεννήσεις ήταν διπλάσιες των θανάτων.

Γιατί συμβαίνει αυτό
Οι γεννήσεις κάθε χρόνο σε μια περιοχή εξαρτώνται κυρίως από δύο παράγοντες: το πλήθος των γυναικών 25-45 ετών και τη γονιμότητά τους. Οι θάνατοι, αντίστοιχα, από το πλήθος των ηλικιωμένων και τις πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία. Έτσι, δύο περιοχές με τον ίδιο πληθυσμό μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικό αριθμό γεννήσεων ή θανάτων, ανάλογα με τη δομή του πληθυσμού τους.
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις διαφορές που καταγράφονται: οι Νομοί με τις μεγαλύτερες μειώσεις γεννήσεων είχαν ήδη χαμηλή γονιμότητα στη γενιά του 1960 και ταχύτερη συρρίκνωση του πλήθους γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Αντίθετα, οι Νομοί με λιγότερους θανάτους από γεννήσεις διαθέτουν πιο νεανικούς πληθυσμούς, καθώς κράτησαν μεγάλο μέρος των νέων τους και προσέλκυσαν κι άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.
Οι διαφοροποιημένοι ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας και αύξησης της γήρανσης, σε συνδυασμό με τα μεταναστευτικά ρεύματα, είναι επομένως οι βασικές αιτίες πίσω από τον πληθυσμιακό χάρτη που διαμορφώνεται σήμερα στη χώρα.
* Βύρων Κοτζαμάνης
Καθηγητής Δημογραφίας, Διευθυντής ερευνών Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών & Μελετών



