
Μετρώντας τις θαμπές σκιές των περασμένων
σκοντάφτω στης σιωπής το αγκαθωτό στεφάνι
και πριν αρχίσω τη μοίρα την κακιά ν’ αναθεματίζω
θέλω να ξέρω τι μπορώ και τι επιθυμώ στο μέλλον
(θέλω να δω τι έχω απ’τα περασμέναπερισώσει)
Να διαπεράσω με βέλη αιχμηρά της αντοχής
της λήθης της σωτήριας τ’ αδιάτρητα της τείχη
να αναπαριστάνω άφοβα στον Ενεστώτα Χρόνο
το άνθος μιας αλήθειας εφήμερης ζωής
Του παιδικού οράματος την πόρτα να χτυπήσω
αγγίζοντας της διατρονικότηταςτο φωτεινό κορμί
τη μαύρη Στύγα διασχίζοντας με το γοργό μου άτι
για να προλάβω να λουστώ στα ορφικά νερά
Σαν τον Μαρσύα το σώμα μου ν’ αναστυλώσω θέλω
ενάντια στου Απόλλωνα τη θεϊκή μανία
κι ας μη στεφανωθώ ποτέ απ’τις ωραίες μούσες
με κότινο αυθεντικό για τη φτωχή μου τέχνη
Τον Πήγασο να ιππεύσω τον ατίθασο μια μέρα
απ’της Κασταλίας το νερό το γάργαρο να πιω
και με τον Πάνα συντροφιά και το Διόνυσο
καμαρωτός στην Ολυμπία να προχωρήσω
Νίκες με περιμένουνε σαν του μεγάλου Σοφοκλή
για τα σοφά μου έργα με άξιους διθυράμβους
στους ιερούς της Ολυμπίας στίβους
Δημήτρης Κ. Κοσμίδης
Stuttgart





