
Δάκρυσε απόψε το φεγγάρι
και του έκανε τη χάρη
να του κάνει παρέα
και να του διώξει κάθε κακή ιδέα.
Πιστεύει ότι αυτή δεν τον αγάπησε ποτέ
και μόνο τον καιρό της περνούσε, ναι,
ότι αλλού ταξίδευε ο λογισμός της
γιατί κάτι της χρωστούσε ο λογαριασμός της.
Του είπε τον πόνο του
ότι η φυγή της του έκλεισε το δρόμο του,
πάγωσε την καρδιά του
και θόλωσε τη ματιά του.
Ματιά που μόνο γι’ αυτήν ήταν λαμπερή
που σκόρπιζε γλύκα και θαλπωρή
γι’ αυτήν τη γυναίκα
που γι’ αυτόν άξιζε με δέκα.
Έλα όμως που το έφερε η μοίρα
να του κλείσει κάθε θύρα
να του πάρει κάθε χαρά
να τον βουλιάξει στα βαθιά.
Πίσω από τα σύννεφα κρύφτηκες φεγγάρι.
Λυπήθηκες γι’ αυτό το παλικάρι
που ξαφνικά χώρισε
και πίκρα την καρδιά του πότισε.
Ξεράθηκε σαν το λουλούδι.
Στέρεψε στο στόμα το τραγούδι.
Δεν ξαναείδε φως ημέρας,
ήρθε το μοιραίο πέρας.
Έχασε κάθε νόημα στη ζωή
και δεν ξέρει αν το ξαναβρεί
γιατί τον πρόδωσαν τα δυο της μάτια
και τον κάνανε κομμάτια.
Τα δάκρυα έγιναν βροχή.
Η συμπεριφορά της άνοιξε πληγή
στο δόλιο το παλικάρι
που λέει το παράπονό του στο φεγγάρι.
Γιατί όσο κι αν λένε ότι οι άντρες είναι σκληροί
έχουν κι αυτοί ψυχή
που αν τους την πληγώσουν
θα αργήσουν να ξανανιώσουν.
Τώρα στης ταβέρνας τη γωνιά
πονά και κλαίει η καρδιά
για μια μεγάλη απιστία
για μια μεγάλη αδικία.
Έτσι με τη μοναξιά παρέα
σίγουρα δε νιώθει ωραία
γιατί η μοναξιά πληγώνει
και με πόνο τον φορτώνει.
Χάθηκε μια αγάπη για το παλικάρι.
Δυνατός άνεμος την έχει πάρει
και την σκόρπισε σαν στάχτη από φωτιά
σε πελάγη μακρινά.
Μαύρισε ο ουρανός του.
Μέρες έχει να του δώσει ο ήλιος το φως του
γιατί λυπήθηκε κι αυτός και κρύφτηκε
που με το φέρσιμό της τον αρνήθηκε.
Τάνια Στεφάνου – Τσαβδάρη





