Από το περιοδικό «ΧΡΟΝΙΚΑ» του κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, καταχωρούμε σήμερα την έρευνα του Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή για τις οικογένειες των Εβραίων της Αλεξανδρούπολης

Όταν ο γράφων άρχισε να συγκεντρώνει στοιχεία για την ιστορία των Εβραίων της Αλεξανδρούπολης, δεν είχε συνειδητοποιήσει μια παράμετρο πολύ σημαντική.
Ότι η ίδρυση της Αλεξανδρούπολης – ή μάλλον ορθότερα η μετατροπή του άσημου οικισμού του Δεδέαγατς στη σημερινή σημαντική και δυναμική πόλη – οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις επενδυτικές δραστηριότητες ενός Εβραίου, του Αυστριακού Βαρώνου Χίρς, ο οποίος χρηματοδότησε τη δημιουργία του σιδηροδρομικού δικτύου που ένωσε τη Θεσσαλονίκη με την Ευρώπη, κομβικός σταθμός του οποίου ήταν η θέση του Δεδέαγατς.
Η Γένεση μιας Πολιτείας
O φον Χιρς είχε ήδη αναλάβει την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης Σκοπίων, που τέλειωσε στα 1872.
Την ίδια χρονιά, υπεγράφη σύμβαση ανάμεσα στη Σουλτανική κυβέρνηση και τον Χιρς και συστήθηκε ειδική σιδηροδρομική εταιρεία με την επωνυμία Societe Imperiale des chemins de fer de la Turquie d’ Europe, η οποία είχε ιδρυθεί στις 5-1-1870, και εκτός των άλλων σιδηροδρομικών γραμμών, ανέλαβε και την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση της γραμμής Θεσσαλονίκης-Δεδέαγατς (19-5-1896).
Ενώ, τον Μάιο του 1871 είχε αρχίσει και η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Αδριανούπολης-Δεδέαγατς.
Απαραίτητη προϋπόθεση για το όλο εγχείρημα ήταν η ίδρυση λιμανιού στο Δεδέαγατς, για τη δημιουργία του οποίου έδωσε τηλεγραφική διαταγή ο Χιρς το 18727. Ο Χιρς είχε λάβει το 1869 από την Οθωμανική κυβέρνηση το προνόμιο της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Θεσσαλονίκης, γνωστής ως Jonction, δηλαδή «Ενωτική», με παράλληλη υποχρέωση κατασκευής λιμένος στην Αίνο, κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης και επίνειο τότε της Αδριανούπολης.
Η μελέτη των τοπικών συνθηκών, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το κόστος δημιουργίας λιμανιού στην Αίνο ήταν υπέρογκο, λόγω των προσχώσεων του Έβρου, με αποτέλεσμα την αλλαγή των σχεδίων, και τη λήψη της συγκατάθεσης της κυβέρνησης για δημιουργία του λιμένα στο Δεδέαγατς.
Όπως επισημαίνεται, το Δεδέαγατς, ως νέα πό- λη, είναι καρπός του Οθωμανικού εκσυγχρονισμού, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν «κατά τη συνεργασία με τα ξένα κεφάλαια», δηλαδή εν προκειμένω κυρίως με τις εταιρείες που διοικούσε και εκπροσωπούσε ο Βαρώνος Χιρς.
Σωστά λοιπόν γράφτηκε ότι «το Δεδέαγατς μπαίνει στην ιστορία ως σιδηροδρομικός σταθμός και συνεχίζει την πορεία του στο μέλλον ως ο μέγιστος εμπορικός λιμένας της Θράκης».
Ο σιδηρόδρομος έφερε επενδύσεις στην περιοχή, αφενός λόγω των προνομίων που δόθηκαν στους ξένους επενδυτές στην εκμετάλλευση των γραμμών και αφετέρου λόγω της δυνατότητας προώθησης των προϊόντων τους στις αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όλα τα παραπάνω είχαν συνέπεια τη δημιουργία του πρώτου οικισμού στα 1872.
Η Αλεξανδρούπολη απέκτησε σύγχρονο ρυμοτομικό σχέδιο, χάρη στους Ρώσους, και στη σύντομη κατοχή της πόλης από αυτούς, στη διάρκεια του Ρωσσοτουρκικού Πολέμου του 1876-1878.
Το σύγχρονο σχέδιο επιβλήθηκε, παρά τις αντιδράσεις των Οθωμανών, που ανέκτησαν την πόλη, χάρη στην επιμονή της εταιρείας του Βαρώνου Χίρς, καθιστώντας το Δεδέαγατς την πρώτη πόλη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με ευρωπαϊκό ρυθμό.
Η βουλγαρική Κατοχή του Δεδέαγατς, μετά την κατάληψη της πόλης από τον Βουλγαρικό στρατό τον Σεπτέμβριο του 1913, σηματοδότησε για τον μη βουλγαρικό πληθυσμό μαύρες ημέρες, με κύριο στόχο βέβαια το ελληνικό στοιχείο, ενώ απέναντι στο εβραϊκό στοιχείο υπήρξε ανοχή.
Η ακόλουθη αναφορά, κινείται ίσως στα μονοπάτια του αντισημιτισμού, αλλά καταγράφεται εδώ, για την ιστορία της περιόδου εκείνης: «Σημαντικό ρόλο στη δίωξη του ελληνικού στοιχείου της πόλης, έπαιξε ένας πρώην Εβραίος – ονόματι Ρόζενταλ – ο οποίς αφού βαφτίστηκε χριστιανός, έγινε Βούλγαρος φανατικός κι έφτασε ψηλά χάρη στο γάμο του με την κόρη του μετέπειτα πρωθυπουργού της Βουλγαρίας Ραδοσλάβωφ».
Στατιστικά Στοιχεία
Tουρκική στατιστική του 1889 καταγράφει σε όλο το Σαντζάκι του Δεδέαγατς 28.592 Μουσουλμάνους, 2.827 Έλληνες, 12.446 Βούλγαρους, 287 Αρμένιους και 35 Εβραίους, που προφανώς ως αστικός πληθυσμός κατοικούσαν στο σύνολό τους στην πόλη του Δεδέαγατς.
Στα 1898, στην πόλη κατοικούσαν 39 οικογένειες με 180 μέλη.
Στη Στατιστική της Γενικής Διοίκησης Θράκης του 1925 εμφανίζονται να κατοικούν 145 Εβραί- οι στην επαρχία Αλεξανδρούπολης.
Την Απογραφή του 1928, που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε κομβική για το θέμα που εξετάζουμε, διότι τα στοιχεία της απηχούν μια παγιωμένη πλέον κατάσταση, με την Αλεξανδρούπολη καλά ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος, ενώ βεβαίως βρισκόμαστε χρονικά πολύ πριν τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και η οικονομική κρίση που επηρέασε ασφαλώς τη δημογραφία, δεν έχει ακόμη ξεσπάσει.
Σ’ αυτή λοιπόν την απογραφή, όπου καταγράφονται λεπτομερώς στοιχεία για το θρήσκευμα, αλλά και τη μητρική γλώσσα των κατοίκων, στην Αλεξανδρούπολη ζούσαν 176 άτομα εβραϊκού θρησκεύματος, επί ενός συνόλου 14.019 κατοίκων, αριθμός δηλαδή που αντιπροσώπευε το 1,25% του πληθυσμού.
Στο γλωσσικό πλαίσιο, οι 157 από τους Εβραίους της πόλης, 88 άνδρες και 69 γυναίκες, είχαν ως μητρική την ισπανική, ενώ οι υπόλοιποι 24, δηλ. 13 άνδρες και 11 γυναίκες, είχαν ως μητρική την ελληνική.
Συγκρίνοντας βεβαίως τους αριθμούς, οι Εβραίοι της Αλεξανδρούπολης ανέρχονταν σε 181 άτομα, διαφορά που μπορεί να αποδοθεί σε εσφαλμένη αναγραφή του γενικού συνόλου.
Δεδομένης της ύπαρξης στο νομό Έβρου της μεγάλης Ισραηλιτικής Κοινότητας Διδυμοτείχου, που λειτουργούσε μεγάλα και λαμπρά σχολεία, είναι δύσκολο να αντλήσουμε πληροφορίες για την εκπαίδευση από τα δημοσιευμένα στοιχεία της Απογραφής του 1928, μιας και δεν δίδονται κατά δήμους.
Εύλογο όμως συμπέρασμα, με βάση την παραπάνω σκέψη είναι ότι το μοναδικό εμφανιζόμενο στην Απογραφή Ισραηλιτικό σχολείο του νομού Έβρου αφορά στο Διδυμότειχο.
Σχηματισμός της Εβραϊκής Κοινότητας
Στα 1888 εγκαθίσταται στο Δεδέαγατς ένας αριθμός Εβραίων, εμπόρων, τραπεζιτών, μεσιτών και εργατών, που επιχείρησαν άμεσα την ανοικοδόμηση σχολείου, όπως μαρτυρείται από τα αρχεία της Alliance Israelite Universelle. Στα 1898 στην πόλη κατοικούν ήδη 39 οικογένειες με 40 αγόρια και 45 κορίτσια σχολικής ηλικίας.
Η Alliance Israelite Universelle συγχρηματοδότησε την κατασκευή του εβραϊκού σχολείου της Αλεξανδρούπολης, καταβάλλοντας το 1/3 της συνολικής δαπάνης.
Η κατασκευή του σχολείου ολοκληρώθηκε στα 1900.
Εντούτοις, το εβραϊκό σχολείο της Αλεξανδρούπολης ήταν κοινοτικό, λειτουργούσε δηλαδή υπό την εποπτεία και με την οικονομική συνδρομή της Κοινότητας και δεν διευθυνόταν – όπως τα σχολεία των γειτονικών πόλεων Κομοτηνής και Διδυμοτείχου – από την Alliance Israelite Universelle, με την οποία η συνεργασία διακόπηκε το 1906.
Αξιοσημείωτο είναι πως στις καταγεγραμμένες αναμνήσεις παλιών Αλεξανδρουπολιτών, οι Εβραίοι της πόλης αναφέρονται ως παροικία, όρος που είναι προφανώς λανθασμένος, καθώς οι Αλεξανδρουπολίτες Εβραίοι ήταν μόνιμοι και ισότιμοι κάτοικοι της πόλης, ενώ βεβαίως στην πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες πολίτες.
Επισημαίνουν όμως ορθά, ότι «η παροικία […] κυριολεκτικά έσβησε από την Αλεξανδρούπολη και που δεν έχει μείνει κανένα ίχνος της να τη θυμίζει» και με αυτό το πρίσμα ο γράφων θεωρεί ότι πρέπει να αναδειχθεί η ιστορική τους πορεία στη θρακική πόλη, πρώτιστα με τη δημιουργία Μνημείου Ολοκαυτώματος στη μνήμη τους.
Η Ισραηλιτική Κοινότητα Αλεξανδρούπολης, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, όπως και οι υπόλοιπες εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας, δεν είχε ανθηρά οικονομικά, αφενός διότι ήταν σχετι- κά ολιγάριθμη και αφετέρου επειδή, όντας νεώτερη Κοινότητα, δεν είχε προλάβει να αποκτήσει προσοδοφόρα ακίνητη περιουσία, ώστε να μπορεί να συντηρείται με αυτάρκεια.
Προφανώς γι’ αυτό, τον Μάιο του 1930, επί τη ευκαιρία της επίσκεψης του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου στη θρακική πόλη, του υποβάλει υπόμνημα, με το οποίο ζητά την κρατική αρωγή για τη συνέχιση της εύρυθμης λειτουργίας της, ώστε να καλύψει «τα έξοδα συντηρήσεως της Συναγωγής και της μισθοδοσίας του Ραββίνου», αλλά και για να περιτειχίσει το νεκροταφείο της, «το οποίο παραμένον από μακρόν ετών εκτεθειμένον ευρίσκεται εν αθλία καταστάσει και παρουσιάζει όψιν αξιοθρήνητον.»
Υπό την έννοια του Ν.Π.Δ.Δ., καίτοι βεβαίως προϋπήρχε ο νόμος 2456/1920 «περί Ισραηλιτικών Κοινοτήτων», η Ισραηλιτική Κοινότητα Αλεξαν- δρούπολης απέκτησε πλήρη νομική οντότητα μό- λις στα 1938, υπό το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά.
Ιδρυτικά μέλη της Κοινότητας αναφέρονται οι Μωϊς Χάτεμ, Αβραάμ Χάτεμ, Μωϊς Ματαλόν, Ισα- ϊα Αμπουλάφια, Σαμουέλ Εσκεναζή, Σαμουέλ Μέντα, Λέων Μητράνη, Λέων Ματαλών, Ισουά Μπα- λούλ, Αλμπέρτ Μπεχάρ, Αιμίλ Ματαλόν, Μποχώρ Αμπουλάφια, Αντζέλ Σιμσή, Νισήμ Γκερόν, Ραφαήλ Αμπουλάφια, Βιτάλη Οβαδιά, Νισήμ Γκάρτη, Βιτάλη Ματαλόν, Σαδή Ματαλόν, Μα- ϊρ Μπεχάρ, Ισουά Μπεχάρ, Ιομτώβ Ματαλόν, Ιωσήφ Μητράνη, Ιωσήφ Μπενσόα και Ααρών Σιμσή. Πρόεδρος αναφέρεται ο Μ. Χάτεμ και γραμματέας ο Α. Μπεχάρ.
Παρά το ότι η Αλεξανδρούπολη ήταν μια νέα πόλη, οι ρυθμοί εκσυγχρονισμού της Εβραϊκής της Κοινότητας ήταν μάλλον αργοί, με συνέπεια να προκαλείται κριτική γειτονικών Κοινοτήτων, όπως της Ξάνθης.
Μόλις στα 1924, ιδρύθηκαν 2 αδελφότητες, η Bikkur Holim, που μεριμνούσε για τους ασθενείς, καθώς και ένας σύνδεσμος γυναικών, πρόδρομος τρόπον τινά της WIZO.
Συνεχίζεται…





