Μέρος Δ’ (τελευταίο)

- του Παναγιώτη Κουσίδη
Ήταν 22 Σεπτεμβρίου 2017. Στο οδοιπορικό και στην επίσκεψή μας στα Πομακοχώρια ακολουθήσαμε το δρομολόγιο προς την Σμιγάδα μέσω Σαπών, Αρριανών, Φιλλύρας, Καλλιντήριου, Οργάνης και πολλών ενδιάμεσων χωριών και οικισμών. Ο ανηφορικός δρόμος προς τη Σμιγάδα ακολουθούσε παράλληλη πορεία μιας ατέλειωτης ρεματιάς κατάφυτης από καρυδιές, κερασιές και από την υπόλοιπη γνωστή χλωρίδα-βλάστηση της περιοχής.
Το φθινόπωρο είναι περίοδος συγκομιδής του καπνού. Στα διπλανά από το δρόμο χωράφια βλέπαμε τους καπνοπαραγωγούς να κάνουν τη συλλογή, το λεγόμενο σπάσιμο των φύλλων, να τα δεματίζουν και να τα μεταφέρουν με τα τρακτέρ στα σπίτια τους. Σε πολλές αυλές οι γυναίκες (κυρίως γερόντισσες) έκαναν το αρμάθιασμα-βελόνιασμα με μια τεράστια βελόνα μισού μέτρου και με μακρύ σπάγκο. Αυτές τις αρμαθιές τις κρεμούσαν για στέγνωμα στα υπόστεγα-ξηραντήρια. Η ποικιλία καπνού μπασμάς αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια και αποφέρει ακόμα και σήμερα κάποιο επαρκές έσοδο στα φτωχά νοικοκυριά των Πομάκων, αλλά και άλλων παραγωγών των ημιορεινών και των πεδινών εκτάσεων της Ροδόπης.
Μετά από κουραστική διαδρομή σε δρόμο με πολλές στροφές φτάσαμε στο κεφαλοχώρι της περιοχής, την Οργάνη, αλλά την προσπεράσαμε και συνεχίσαμε σε χωματόδρομο μέχρι τη Σμιγάδα.
Τελικά φτάσαμε στην είσοδο του χωριού όπου μας περίμεναν δυσάρεστες εκπλήξεις. Μπροστά μας ορθώνονταν τα κτήρια της πρώην διμοιρίας Σμιγάδας, όπου διαβίωσα 9 μήνες περίπου από τη νεανική ζωή μου. Η καρδιά μου σκίρτησε από συγκίνηση. Αλλά η απογοήτευση μου ήταν μεγάλη όταν προσπάθησα να περάσω την κεντρική πύλη του στρατώνα. Η πύλη εισόδου ερμητικά κλειστή και ολόκληρο το προαύλιο περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Όλα τα κτήρια ήταν ανακαινισμένα αλλά κλειδωμένα και έρημα.
Ρώτησα κάποιους κατοίκους και με πληροφόρησαν πως μέχρι πριν δύο χρόνια λειτουργούσε με μειωμένη δύναμη ως φυλάκιο αλλά από τότε έκλεισε οριστικά. Ρώτησα και είδα με τα μάτια μου πως 55 χρόνια μετά δεν λειτουργούσε πλέον καμιά από τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές δομές. Στο φυλάκιο λουκέτο, τα σχολεία κλειστά και τα ελάχιστα παιδιά μεταφέρονται στο Δημοτικό της Οργάνης. Ακόμα 18 σχολεία από τα Πομακοχώρια έβαλαν λουκέτο τα τελευταία χρόνια.
Οι εκπλήξεις δεν τελείωσαν εκεί. Από τη Σμιγάδα ακολουθώντας έναν χωματόδρομο επισκεφθήκαμε για λίγο τον πρώην Λόχο Τσαρδακλή, όπου υπηρέτησα περίπου οχτώ μήνες. Αλλά και εκεί η απογοήτευση και η πικρία με κυρίευσαν. Παντού λουκέτα και ερημιά. Τα κτήρια του συγκροτήματος ανακαινισμένα αλλά εγκαταλειμμένα θύμιζαν κάτι από την παλιά αίγλη του ιστορικού Λόχου Τσαρδακλή. Σήμερα, μετά από υποβάθμιση σε Διμοιρία Ακρίτας λέγεται Φυλάκιο Ακρίτας χωρίς έναν στρατιώτη.
Σκέφτηκα μελαγχολικά γιατί κανείς δεν αποφάσισε να αξιοποιήσει τα κτήρια τόσο του Λόχου όσο και των Διμοιριών Καρδάμου και Σμιγάδας. Έμαθα πως μόνο η εκπαιδευτικός Χαρά Νικοπούλου με τον άνδρα της επιχείρησαν πριν 3 χρόνια να λειτουργήσουν ένα Ίδρυμα Φιλοξενίας Ορφανών Παιδιών αλλά τελικά σκόνταψαν σε ανυπέρβλητα εμπόδια, σε προκαταλήψεις και σκοπιμότητες και εγκατέλειψαν.
Με τη βεβαιότητα πλέον πως δεν υπάρχει ούτε ένας στρατιώτης στην προκάλυψη και ότι τα σύνορά μας είναι αφύλακτα, επιστρέψαμε στη Σμιγάδα από τον ίδιο χωματόδρομο.
Με ανάμεικτα συναισθήματα χαρμολύπης αρχίσαμε τον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής, με μια μικρή στάση στην Οργάνη για αναψυκτικό και διάλογο με τους γέροντες για τα παλιά και τα μελλούμενα. Σε ψηλότερο πεζούλι οι γυναίκες παρατηρούσαν και σχολίαζαν. Η συμπάθεια, η εκτίμηση και ο σεβασμός μου για τους Πομάκους επαναβεβαιώθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό.
Αυτή τη φορά δεν ακολουθήσαμε το ίδιο δρομολόγιο αλλά μέσω Γρατινής, Ροδίτη και Κομοτηνής. Ακολουθώντας την Εγνατία, τελειώσαμε το σύντομο οδοιπορικό μας στα Πομακοχώρια και επιστρέψαμε στην Αλεξανδρούπολη με γεμάτα οξυγόνο και καθαρό βουνίσιο αέρα τα πνευμόνια μας.



