
Το τηλέφωνο νεκρό.
Δε χτυπάει όσο κι αν καρτερώ.
Τα τηλεφωνήματά μου πάνε στο κενό.
Απόκριση καμία.
Απόλυτη σιγή μέσα στη νύχτα.
Ξαφνικά μια λάμψη, μια βροντή.
Έτσι περιμένω τη λάμψη και τη βροντή
στο τηλέφωνό μου να ακουστεί.
Η ανάσα κομμένη.
Τα φυλλοκάρδια αγκομαχούν από το παράπονο.
Περιμένουν να νιώσουν,
να αισθανθούν, να ζωντανέψουν.
Οι ώρες κυλούν αλύπητα
Η νύχτα συνεχίζει αδυσώπητη
με βροντές και αστραπές
και χωρίζει τη ζωή μου στο σήμερα και το χτες.
Η υπομονή γίνεται θυμός.
Το γιατί πλανάται σαν σεισμός.
Η μοναξιά με τυλίγει σαν δίχτυ
και στα μάτια τρέχει ένα δάκρυ.
Και σιγοψιθυρίζω:
Μοναξιά είσαι η πιο καλή μου φίλη.
Εσύ με καταλαβαίνεις.
Εσύ μου κάνεις πάλι συντροφιά.
Τάνια Στεφάνου – Τσαβδάρη



