
Στη Σπάρτη την αλλοτινή, τότε, στα παλιά χρόνια,
δέστε τι νόμους είχανε, κι όμως ζούσαν με … ομόνοια.
Οι κοπελιές γυρίζανε, ελεύθερα στην πόλη,
φορώντας, τον παρθενικό χιτώνα κάθε σχόλη.
Ο χιτώνας ήτανε μακρύς, μέχρι τους αστραγάλους,
αλλά ήταν φαινομηρικός*, δεν ήταν σαν τους άλλους.
Είχε στο πλάι ανοίγματα, που ανοίγανε στο βάδην,
κι αποκαλύπτανε ομορφιές, πιο πολύ στο … τροχάδην!
Οι νέες πήγαιναν παντού, σε όλες τις εκδηλώσεις.
Γυμνές χόρευαν σε γιορτές, έκαναν και δηλώσεις.
Σατίριζαν ασύστολα, τους πάντες και τα πάντα,
κι όλους τους κατεργάρηδες, τους έβαζαν στην … μπάντα.
Δεν γλίτωνε τα σχόλια, ούτε η “άρχουσα τάξη”.
Γι αυτό κι όλοι τις είχανε, μη βρέξει και μη στάξει.
Κι όμως η γύμνια τους αυτή, ποτέ δεν προκαλούσε.
Γιατί, όπως λέει ο Πλούταρχος, κι αυτό το εννοούσε.
« Ήταν παρούσα η εντροπή, πάντοτε και παντού.
Αλλά, απούσα διαρκώς, η ακολασία του κορμιού».
Γυμνάζονταν νέοι και νιες, να ‘χουν γερά κορμιά,
που η ένωσή τους θα έφερνε, μόνο εύρωστα παιδιά.
Και για τη γέννηση παιδιών, εύρωστων και υγιών,
την κοινή κτήση θέσπισαν, όλων των γυναικών.
Αλλά, με όρους ειδικούς, που έπρεπε να τηρούνε,
όσοι επιθυμούσανε, στον … κόπο αυτό να μπούνε!
Έπρεπε ο γεροντότερος, που ‘χει νέα γυναίκα,
για να μη φεύγει η άμοιρη, και πάει με πέντε – δέκα…
Να βρει έναν νεότερο, φιλίες να συνάψει,
που ‘χε ψυχής και σώματος χαρίσματα, στην … πράξη.
Και με συναίνεση απλή, μα και με προτροπή,
ο γέροντας να λέει στο νιο. – Ξέπλυνε… την ντροπή!
Και τούτο, για να γεννηθεί, παιδί από άριστο σπέρμα,
κι όχι από του γέροντα, που είναι μάλλον … έρμα**.
Αλλά, ετούτο το παιδί, τ’ αναγνωρίζει ο γέρος,
κι όλα τα προηγούμενα, τ’ αφήνει κατά μέρος.
Το πνεύμα είναι τόσο απλό, του νόμου αυτού της Σπάρτης.
Θέλει πολίτες εύρωστους, κι όχι υγείας … σκάρτης!
Γι αυτό, λένε και οι παλιοί, πως δεν έχουν στοιχεία,
και ότι ήταν άγνωστη, στη Σπάρτη η … μοιχεία!
*Κατά τον Πλούταρχο, επειδή φαινόταν … ο μηρός.
** Σαβούρα πλοίου.
Α. Παπατριανταφύλλου



