
Όταν βραδιάζει
και το σκοτάδι όλα τα σκεπάζει
φέρνει εκείνη στο μυαλό του
και φωτίζει το πρόσωπό του.
Έζησε μαζί της στο χτες
όμορφες, γλυκές στιγμές
που στο σήμερα έγιναν αναμνήσεις,
να μην ξέρεις ποια να ξεχωρίσεις.
Ήταν ένα δώρο
που γέμισε χαρά κάθε του πόρο.
Ήταν ένα καραβάκι
που τον ταξίδεψε με πρίμο αεράκι.
Μα ήρθε μια βαριά συννεφιά
που τα έσβησε όλα μονοκονδυλιά.
Πλημμύρισε την αγάπη μια βροχή
και δεν την άφησε να σωθεί.
Ήρθε ο μάγος ο κακός
στο πρόσωπο ενός άλλου ανδρός
την πλάνεψε, τη μάγεψε
με τα παλάτια που της έταξε, την έκλεψε.
Μα ήταν ψεύτικα τα παλάτια
δεν ήταν χρυσός με καράτια.
Μια απάτη ήταν όλα
που την έφτασαν σε καραμπόλα.
Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει
και τον πόνο της δε μπορούσε να υγιάνει
θυμήθηκε τι είχε και τι έχασε
και που δυστυχώς έφτασε.
Ξαναζήτησε το απάνεμο λιμανάκι
το γλυκό λόγο, το τρυφερό χαδάκι.
Ζήτησε από καρδιάς συγνώμη
και ξαναγύρισε πίσω να μην είναι μόνη.
Πρόδωσε είναι αλήθεια τα χρηστά ήθη.
Αυτό που τώρα ένιωθε στα στήθη
ήταν να επανορθώσει
και τον κακό εαυτό της να διορθώσει.
Η αγκαλιά του ήταν ανοιχτή
γιατί ζούσε μόνο γι’ αυτή
που βαθιά αγαπούσε
και το είναι του την ζητούσε.
Τάνια Στεφάνου – Τσαβδάρη



