Η δράση του ξεκίνησε στις 30 Αυγούστου του 1988 και το τελευταίο του χτύπημα ήταν στις 26 Ιουλίου του 1990 – Του αποδίδονται συνολικά 9 δολοφονίες, με πιο γνωστές τις επιθέσεις σε περιοχές μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Κομοτηνής

της Ματίνας Ηρειώτου
Στην ελληνική ιστορία του εγκλήματος ελάχιστοι έχουν καταγραφεί ως serial killers και οι περισσότεροι έχουν εντοπιστεί και οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, 38 χρόνια μετά την πρώτη καταγραφή της δράσης του ο διαβόητος «Δράκος της Θράκης» παραμένει άγνωστος και αν υποθέσει κανείς ότι βρίσκεται στη ζωή δεν θα λογοδοτήσει για τις επιθέσεις του που άφησαν πίσω τους εννέα ανθρώπους νεκρούς και έναν ακόμη βάναυσα κακοποιημένο, ο οποίος αν και επέζησε δεν κατάφερε ποτέ να ανασύρει από τη μνήμη του έστω μία πληροφορία που θα μπορούσε να ρίξει κάποιο φως στις έρευνες.

Η δράση του «Δράκου της Θράκης» ή «Δράκου του Εβρου» ξεκίνησε στις 30 Αυγούστου του 1988 και το τελευταίο του χτύπημα ήταν στις 26 Ιουλίου του 1990. Ο άγνωστος δράστης είχε συγκεκριμένη μεθοδολογία στον τρόπο που δρούσε. Επέλεγε τα θύματά του ενώ είχαν σταματήσει για οποιονδήποτε λόγο στους οδικούς άξονες της Θράκης, σε απόμερα σημεία ή σε χώρους που οδηγοί-ταξιδιώτες σταματούσαν για να ξεκουραστούν για λίγο και να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Τα θύματα δεν συνδέονταν μεταξύ τους με κανέναν τρόπο. Απλώς ήταν πάντα δύο, άνδρας και γυναίκα, στα αυτοκίνητα. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, δεν επρόκειτο καν για ζευγάρι, παρά για έναν 52χρονο μετανάστη στη Σουηδία που ταξίδευε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1989 με την 78 ετών μητέρα του. Ο δολοφόνος αιφνιδίαζε τα θύματά του, πυροβολούσε με περίστροφο ή καραμπίνα, χρησιμοποιούσε μαχαίρια για να βασανίσει, βίαζε τις γυναίκες και εντέλει έβαζε φωτιά και έκαιγε τα πάντα – θύματά του βρέθηκαν απανθρακωμένα μέσα στα αυτοκίνητά τους.
Όλα είχαν ξεκινήσει στις 30 Αυγούστου του 1988. Πρώτα θύματα ήταν μια 23χρονη φοιτήτρια και ο 34χρονος φίλος της.
Η κοπέλα δολοφονήθηκε με περίστροφο και κακοποιήθηκε, ο σύντροφός της είχε βρεθεί σε άθλια κατάσταση, μεταφέρθηκε και νοσηλεύτηκε για μεγάλο διάστημα στην Εντατική και όταν συνήλθε διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί αμνησία από τον τρόμο και τα βασανιστήρια που τον είχε υποβάλει ο δολοφόνος.

Καμία λεπτομέρεια, τίποτα δεν μπόρεσε να ανακαλέσει στη μνήμη του που να φανεί χρήσιμο στην Αστυνομία. Έναν μήνα αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988, ένα νεαρό ζευγάρι επέστρεφε οδικώς στην Αθήνα από την Τουρκία. Ο 35χρονος Ελληνας και η 27χρονη Αυστριακή φίλη του είχαν σταματήσει στο 15ο χιλιόμετρο του δρόμου Κομοτηνής – Ξάνθης, όταν εντοπίστηκαν από τον δολοφόνο, που αργότερα, του δόθηκε το προσωνύμιο «Ελληνας Zodiak» από τον Αμερικανό serial killer που η δράση του είχε κοινά στοιχεία και επίσης ποτέ δεν ταυτοποιήθηκε. Το ζευγάρι δολοφονήθηκε με καραμπίνα. «Επί σχεδόν ένα χρόνο δεν υπήρξε συνέχεια», ανασύρει από τη μνήμη της η δημοσιογράφος Μελαχροινή Μαρτίδου που μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «Χρόνος της Κομοτηνής» κάλυπτε επί δεκαετίες τα γεγονότα στη Θράκη και ήταν από τους πρώτους που είχαν καλύψει και τα εγκλήματα του «Δράκου», τα οποία προκάλεσαν πρωτοφανή πανικό σε όλη την περιοχή για περισσότερο από τρία χρόνια. «Πολλά σενάρια είχαν υπάρξει τότε για το ποιος θα μπορούσε να ήταν ο δολοφόνος. Ξεκίνησε το 1988, χτύπησε ξανά το 1989, επανήλθε το καλοκαίρι του 1990 και η δράση του απλά σταμάτησε. Ένα από τα σενάρια τότε τον ήθελε να είναι Έλληνας, μετανάστης που ερχόταν στην Ελλάδα για κάποια διαστήματα, ήξερε καλά την περιοχή και δεν έδινε στόχο», θυμάται η Μελαχροινή Μαρτίδου. «Μπορεί να πέθανε, μπορεί να φοβήθηκε ότι θα πιανόταν, κανείς δεν ξέρει. Η περιοχή της Θράκης έχει πολλούς κυνηγούς, ένας άνθρωπος που κυκλοφορεί με καραμπίνα δεν προκαλεί υποψίες. Τα εγκλήματά του, φριχτά: βασάνιζε, βίαζε, σκότωνε, έκαιγε. Ολα έγιναν, δε, σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε η δυνατότητα αξιοποίησης στοιχείων όπως DNA, ενδεχομένως σήμερα τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά γι’ αυτόν».
Μετά τον Έλληνα μετανάστη και τη μητέρα του που δολοφονήθηκαν στο 27ο χιλιόμετρο Αλεξανδρούπολης – Κήπων, τον Ιούλιο του 1989, ο δολοφόνος ξαναχτύπησε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, μια μέρα μετά τις εθνικές εκλογές. Θύματα ένας 43χρονος αστυφύλακας και η 35χρονη σύζυγός του, που είχαν ταξιδέψει για να ψηφίσουν στο χωριό τους και βρέθηκαν νεκροί στο αυτοκίνητό τους κοντά στο αεροδρόμιο της Χρυσούπολης Καβάλας. «Ο φόβος είχε κυριεύσει τους πάντες», περιγράφει η κυρία Μαρτίδου. «Κανένας στην Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη δεν έβγαινε έξω μετά τις 8 το βράδυ, το αίσθημα ασφάλειας των ταξιδιωτών που εύκολα σταματούσαν να ξεκουραστούν, ακόμη και να κοιμηθούν λίγες ώρες στο αυτοκίνητο, αντί να πάνε σε ξενοδοχείο, δεν υπήρχε. Εκείνη την εποχή δίνονταν συμβουλές για ασφάλεια ακόμη και στα σχολεία, στις εκκλησίες, στα κατηχητικά, ενώ πολιτιστικές εκδηλώσεις ματαιώνονταν αφού όλοι φοβόντουσαν να κυκλοφορούν τα βράδια. Ο τρόμος διακατείχε τους πάντες, ενώ είχαν αρχίσει και διάφορα σενάρια που στοχοποιούσαν ανθρώπους, οι οποίοι βεβαίως καμία απολύτως σχέση δεν είχαν με τα εγκλήματα».
Το τελευταίο χτύπημα του «Δράκου» καταγράφηκε στις 26 Ιουλίου του 1990 και έγινε στο 25ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αλεξανδρούπολης – Κομοτηνής. Τα θύματά του, που βρέθηκαν απανθρακωμένα, ήταν ένα νεαρό ζευγάρι από την πρώην Γιουγκοσλαβία που ταξίδευε οδικώς στην Ελλάδα.
Στο βιβλίο «100 εγκλήματα στην Ελλάδα» διαβάζουμε:<<Το μοτίβο της δράσης του «δράκου της Θράκης» ήταν πλέον τυπικό και άφηνε ελπίδες ότι οι Αρχές θα έβρισκαν κάποιο σημάδι για να ξετυλίξουν το κουβάρι που θα οδηγούσε στη σύλληψή του. Όμως από τη μία ο δράστης δεν είχε κάνει το παραμικρό λάθος και από την άλλη, εκείνη την εποχή οι σύγχρονες μέθοδοι για την ανάλυση DNA ήταν σε εμβρυακό στάδιο και δεν υπήρχαν τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους σήμερα οι αστυνομικοί. Κάποια στιγμή, το 1993, υπήρξε μία ακτίδα φωτός στην όλη υπόθεση, καθώς βρέθηκε το όπλο με το οποίο ο «δράκος» σκορπούσε τον τρόμο σε έναν καταυλισμό τσιγγάνων. Όμως και πάλι οι έρευνες βρέθηκαν σε αδιέξοδο καθώς δεν υπήρξε άμεση σύνδεση με τον δολοφόνο του Έβρου. Το 1999 η υπόθεση βγήκε και πάλι από το αρχείο, καθώς φάνηκε να συνδέεται με μία άλλη τραγική ιστορία που αφορούσε τη δράση του διαβόητου «μάγου» της Καβάλας, αλλά και σε αυτή την περίπτωση οι έρευνες έπεσαν στο κενό. Στα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, ο «δράκος του Έβρου» και ο φάκελός του έχουν ανασυρθεί αρκετές φορές, αλλά κανένα στοιχείο δεν οδηγεί σε αυτόν. Όσο για τα σενάρια που έχουν ακουστεί κατά καιρούς, άλλοτε ότι επρόκειτο για Έλληνα του εξωτερικού ή για στρατιωτικό και πολλά ακόμα, μένουν και αυτά στο στάδιο των εικασιών. Όπως και το ότι μάλλον έχει πεθάνει παίρνοντας μαζί του το μυστικό του. >>



