Μετάφραση: Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Ο Ιβάν Τουργκένιεφ (1818-1883) αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του θαυμαστού οικοδομήματος της κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα.
Πολυγραφότατος, αλλά και ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της εποχής, κατάφερε να συνδυάσει στο έργο του το έπος με τον λυρισμό, την περιγραφή της φύσης, μα και του εσωτερικού κόσμου των ανθρώπων του αιώνα του, την αγάπη για την πατρίδα και την ανεξαρτησία του κοσμοπολιτισμού, την προσήλωσή του στις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής, την αποστροφή προς την τυραννία αλλά και τον επηρμένο μηδενισμό, τη θρησκευτική πίστη, μα και την αγάπη για την επιστημονική γνώση. – Από το προλόγισμα του μεταφραστή
Ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, γεννήθηκε το 1959 στη Θεσσαλονίκη. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές του σπουδές στο Κρατικό Πανεπιστήμιο «Ταράς Σεβτσένκο» στο Κίεβο και στη συνέχεια σπούδασε Θεολογία στο ΑΠΘ.
Από πολύ νωρίς, γοητεύτηκε από την ρωσική γραμματεία κι έτσι άρχισε να μεταφράζει εμβληματικές προσωπικότητες και κείμενα. Μέχρι σήμερα, έχει μεταφράσει περισσότερα από 130 βιβλία, τα οποία αφορούν όλο το εύρος των ρωσικών γραμμάτων: φιλοσοφία, θεολογία, ιστορία, πολιτική, πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, κριτική της λογοτεχνίας κ.ά.
Το 2014 ίδρυσε και έκτοτε διευθύνει το περιοδικό «Στέπα», μία τετραμηνιαία επιθεώρηση του ρωσικού πολιτισμού, στο οποίο δημοσιεύει μεταφράσεις σημαντικών στοχαστών και λογοτεχνών, τόσο του παρελθόντος, όσο και του παρόντος, σε μία προσπάθεια να διευκολύνει τον Έλληνα αναγνώστη να προσεγγίσει το περίπλοκο μα και γοητευτικό φαινόμενο που ακούει στο όνομα «ρωσικός πολιτισμός».
Παράλληλα, δημοσιεύει άρθρα και μελέτες σε σύγχρονα ελληνικά περιοδικά όπως το The Book’s Journal, Παρέμβαση, Κοράλλι, Εντευκτήριο, Φρέαρ, Ανθίβολα κ.ά.
—————————-
Ο Ιβάν Σεργκέγεβιτς Τουργκένιεφ ρώσος μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 1818 στο Αριόλ της Ρωσίας και πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1883 στο Μπουζιβάλ, κοντά στο Παρίσι. Ήταν γιος ενός αξιωματικού και μιας πλούσιας και δυναμικής γυναίκας, της οποίας η μορφή διαφαίνεται σε διάφορα έργα του. Μεγαλώνοντας ο ίδιος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν οι ταξικές διακρίσεις και το χάσμα πλουσίων και φτωχών, φορτίστηκε με μεγάλη έμπνευση κατά της κοινωνικής αδικίας. Το 1833 άρχισε να σπουδάζει φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και το επόμενο έτος ήρθε σε επαφή με τον Ζουκόφσκι, τον Γκόγκολ και τον καθηγητή Πλέτνεφ, με τον τελευταίο να γίνεται οδηγός στα πρώτα λογοτεχνικά του βήματα. Το 1838 μετέβη στο Βερολίνο για να συνεχίσει τις σπουδές του, και εκεί ζυμώθηκε πολιτικά έχοντας στο πλευρό του σημαντικές φυσιογνωμίες σαν τον Μπακούνιν, τον Στανκίεβιτς και τον Ανένκοφ. Ως αποτέλεσμα, έκανε μέλημά του να προωθήσει τον εξευρωπαϊσμό της Ρωσίας και να υποστηρίξει τις ιδέες του με τη λογοτεχνία, χωρίς όμως να επιτρέπει στην κοινωνική κριτική να υποβαθμίζει την τέχνη της γραφής του. Μετά την επιστροφή του στη Ρωσία το 1841, εργάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών αλλά σύντομα σταμάτησε, και έτσι αφιερώθηκε περισσότερο στην πεζογραφία αλλά επεκτάθηκε ταυτόχρονα και στη δραματουργία. Η λογοκρισία, όμως, δεν επέτρεψε να ανεβούν όλα τα θεατρικά του έργα επί σκηνής, μερικά από τα οποία σήμερα θεωρούνται ορόσημα στην ιστορία του ρωσικού θεάτρου. Η γνωριμία του με την τραγουδίστρια της όπερας Παυλίνα Βιαρντό, η οποία ήταν και ο μεγάλος αλλά ανεκπλήρωτος έρωτας της ζωής του, τον υποκίνησε να κάνει συχνά και μεγάλα ταξίδια στην Ευρώπη για να βρίσκεται κοντά της. Δεδομένου του γενικού αρνητικού κλίματος στη Ρωσία για τις πολιτικο-κοινωνικές ιδέες του, η αρνητική κριτική στο μυθιστόρημά του Πατέρες και γιοι (1863) στάθηκε αφορμή ο Τουργκένιεφ να φύγει οριστικά με πρώτο σταθμό του το Μπάντεν-Μπάντεν της Γερμανίας, ενώ σύντομα μετακόμισε στο Λονδίνο και, τελικά, το 1871 έγινε μόνιμος κάτοικος του Παρισιού λόγω του γαλλογερμανικού πολέμου. Εκεί είδε επιτέλους μεγάλη αναγνώριση, καθώς εξελέγη αντιπρόεδρος του Διεθνούς Λογοτεχνικού Συνεδρίου το 1878, ενώ το επόμενο έτος τού απονεμήθηκε τιμητικός τίτλος από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εκείνα τα τελευταία του χρόνια ακόμη και η Ρωσία τού επεφύλασσε θερμές υποδοχές όποτε την επισκεπτόταν.
Σελίδες: 144
Εκδόσεις «ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ»





