
Σβήσανε απ’ τον ουρανό τα αστέρια
όταν έχασε τα δυο της χέρια.
Όταν του είπε το αντίο,
τον άφησε γυμνό στο κρύο.
Γκρίζα σύννεφα σκεπάσαν τον ουρανό
κι έκαναν το τοπίο θολό.
Μαραθήκαν τα όνειρά του
στέγνωσαν, νέκρωσαν τα σχέδιά του.
Έγινε το νερό φαρμάκι.
Χύθηκε πικρό το δάκρυ.
Η ζωή του από φωτιά έμεινε στάχτη
και σκόρπισε από άκρη σε άκρη.
Γκρεμίστηκε ότι είχε ονειρευτεί.
Τίποτα δεν έμεινε να γευτεί.
Τέλειωσε η αναπνοή του,
ξεκουρντίστηκε η ψυχή του.
Τώρα αδειάζει το μπουκάλι
και μες την παραζάλη
τη φέρνει στο μυαλό
σαν όνειρο απατηλό.
Με το κρασάκι που πίνει
η μορφή της δε σβήνει.
Θέλει να της μιλήσει
μα έφτασε ο ήλιος στη δύση.
Τραγούδια ακούει ρομαντικά
που του θυμίζουν τα παλιά,
όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του
και την κέρναγε με τα φιλιά του.
Παρηγοριά του μια φωτογραφία
που δείχνει τότε που την είχε μοναδική, μία.
Τότε που μαγεύτηκε από τη γλυκιά μορφή της
και ερωτεύτηκε την ύπαρξή της.
Σε λίγο θα πέσει το σκοτάδι
και δε θα του κάνει τη χάρη
να φέξουν για λογαριασμό του τα αστέρια
να ξανασφίξει τα δυο της τα χέρια.
Τάνια Στεφάνου – Τσαβδάρη



