Τέτοιες ημέρες το 1919, ο Ελληνικός Στρατός απεβιβάζετο στην Σμύρνη – Μόνον ο Στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς αντέτεινε στον Ε. Βενιζέλο, ότι “η Ελλάς δεν δύναται να αντέξει μιαν υπερπόντιον εκστρατείαν”
Τέτοιες ημέρες, το 1919, ο Ελληνικός Στρατός απεβιβάζετο στην Σμύρνη.
Έριδες, αντιθέσεις συμφερόντων και ανταγωνισμοί επιρροής εχαρακτήριζαν το άτυπον Διευθυντήριον των Τεσσάρων Νικητριών Δυνάμεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, ΗΠΑ).
Οι τρεις εκ των Δυνάμεων ήσαν ιδιαιτέρως ενοχλημένες εξαιτίας της επάρσεως και των υπερφιάλων απαιτήσεων της Ιταλίας και ήθελαν να «της κόψουν τον βήχα», κατά το δημωδώς λεγόμενον.
Τούτου ένεκα, ο μεν Βρετανός Πρωθυπουργός Λλόϋδ Τζώρτζ, τεχνηέντως και εσκεμμένως εκμεταλλευόμενος την πρόσκαιρον απουσίαν του Ιταλού ομολόγου του, ένα απόγευμα της 5ης Μαΐου, πρότεινε στον (εν Παρισίοις παρεπιδημούντα) Πρωθυπουργόν της Ελλάδος Ελ. Βενιζέλον την αποστολήν Ελληνικού Στρατού στην Σμύρνην προς άσκησιν καθηκόντων κατοχής της περιοχής και προστασίας του εκεί διαβιούντος χριστιανικού στοιχείου.
Εξ αυτού του λόγου δε, ήγουν προκειμένου να δοθεί ένα μάθημα στην Ιταλία, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας και των ΗΠΑ, μολονότι αμφότερες οι εν λόγω Δυνάμεις ετάσσοντο αναφανδόν υπέρ της ενότητος και εδαφικής ακεραιότητος τυϋ Τουρκικού Κράτους, συνήνεσαν τελικώς εις την αγγλικήν πρότασιν, άφ’ ης στιγμής, μάλιστα, έλαβαν ρητές διαβεβαιώσεις περί του αυστηρώς περιορισμένου εύρους και του, ομοίως, αυστηρώς προσωρινού χαρακτήρος της προς την Ελλάδα δοθησομένης Εντολής.
Ο δε Βενιζέλος έσπευσε να δηλώσει πρόθυμος και έτοιμες να αποστείλει Ελληνικόν Στρατόν, χωρίς προηγουμένως να συμβουλευθεί ούτε ένα στρατιωτικόν ιθύνοντα ή εμπειρογνώμονα, αλλά και χωρίς να ζητήσει διευκρινίσεις ως προς την φύσιν, το εύρος και την διάρκειαν της αποστολής η, πολλώ μάλλον, να εξασφαλίσει συμμαχικήν υποστήριξιν εν περιπτώσει επιπλοκών,
Η αντίδρασις των κορυφαίων Δυτικών στρατιωτικών ιθυνόντων και επαϊόντων της εποχής, άμα τω ακούσματι της ειδήσεως περί αποστολής Ελληνικού Στρατού εις Σμύρνην, υπήρξε ομοφώνως αρνητική.
Άπαντες έκριναν την ενέργειαν εκείνην ως απολύτως εσφαλμένην και εθεώρησαν ότι η Ελλάς και ο Στρατός της εσύροντο εις βεβαίαν καταστροφήν.
Οι εκτιμήσεις των συνέπιπταν απολύτως με εκείνες του Στρατηγού Ιωάννου μεταξά.
Ήδη από του έτους 1914, ο τότε Αντισυνταγματάρχης Μεταξάς είχε συντάξει και καταθέσει εις το ΓΕΣ υπόμνημα σχετικώς με τις συνθήκες και τους όρους διεξαγωγής και την εκτιμωμένην τελικήν έκβασιν ενός ελληνικού στρατιωτικού εγχειρήματος εις την Μικράν Ασίαν.
Ο Μεταξάς κατέληγε στο συμπέρασμα ότι εγχείρημα στρατιωτικών της Ελλάδος εν Μικρά Ασία θα ήγετο αναποφεύκτως εις δεινήν αποτυχίαν, με ολέθριες συνέπειες για την Ελλάδα, τον Ελληνικόν Στρατόν και τον Ελληνισμόν της Ανατολής.
Τα συμπεράσματα του καθώς και το τεκμηριωμένον σκεπτικόν, έφ’ ων εβασίζοντο, εξέθεσε ο Μεταξάς κατά πρόσωπον, λίαν εγκαίρως, στον ίδιον τον Βενιζέλον. Με πάσαν υπευθυνότητα και ειλικρίνειαν ο Μεταξάς εξήγησε στον Βενιζέλον:
Ότι δεν ήτο δυνατή, έπ’ αόριστον, η κατάληψις και διατήρησις μιας λεπτής, παραλίου γεωγραφικής ζώνης εν Μικρά Ασία, διαρκώς πιεζόμενης υπό συμπαγούς ηπειρωτικού όγκου.
Ότι, εάν τυχόν ο Ελληνικός Στρατός απεβιβάζετο εν Σμύρνη, θα υπεχρεούτο, εκ των πραγμάτων, θάττον ή βράδιον, να αποδυθεί εις εκστρατείαν προς τα ενδότερα της Μικράς Ασίας, καταδιώκων τον εχθρόν, προκειμένου να του καταφέρει το αποφασιστικόν συντριπτικόν πλήγμα και να τον υποχρεώσει να αποδεχθεί τους ελληνικούς όρους της ειρήνης.
Ότι, όμως, οι ελληνικές δυνατότητες δεν ήσαν επαρκείς, ούτε κατά διάνοιαν, για την κατάλυσιν όλο κλήρου του Τούρκικου Κράτους.
Ότι έπρεπε να ληφθούν ύπ’ όψιν η αχανής γραμμή του μικρασιατικού μετώπου, το γεωγραφικόν βάθος της Τουρκίας, η έκτασις των γραμμών συγκοινωνιών, το δυσχερές του εδάφους αλλά και η εις αυξανόμενον βαθμόν εχθρική διάθεσις του πληθυσμού, καθ’ ό μέτρον ο Ελληνικός Στρατός θα απεμακρύνεται εκ των ακτών.
Ότι, συναφώς, όσον και εάν τούτο δεν ηχούσε ευχαρίστως εις μερίδα της ελληνικής κοινής γνώμης, η Ελάς δεν διέθετε το απόλυτον εθνολογικόν πλεονέκτημα ούτε κάν εις την ενδοχώραγ της Σμύρνης και τις τις περιοχές εκείνες, στις όποιες διαβιούσε, εν πάση περιπτώσει, ακμαίος Ελληνισμός -πόσω δε μάλλον εις τι περιοχές του εσωτερικού της Μικράς Ασίας.
Ότι ώφειλε να συνεκτιμηθεί σοβαρώς το ότι, εάν οι Τούρκοι εσχημάτιζαν την εντύπωσιν ότι επεδιώκετο η εξ ολοκλήρου υποδούλωσίς των (και αυτήν την εντύπωσιν θα εσχημάτιζαν αφεύκτως, άφ’ ης στιγμής έβλεπαν εαυτούς απειλούμενους όχι, φερ’ ειπείν, στα Ιωάννινα, όπως το 1913, άλλα στον γεωγραφικόν πυρήνα της εθνικής υπάρξεως των, στην Μ. Ασία), τότε, ως εικός, θα διεγείρετο ο εθνικισμός των και η διάθεσίς των προς αντίστασιν.
Ότι, εν τέλει, ακόμη και εάν κατόρθωνε τον μέγαν άθλον καταλήψεως αυτής ταύτης της Αγκύρας, μία ανάλογος τακτική νίκη ουδόλως προεξοφλούσε την λήξιν της τουρκικής αντιπάσεως.
Εν προκειμένω, ο βαθύς γνώστης της Γεωπολιτικής και της Ιστορίας Μεταξάς παρέπεμπε στο ιστορικόν προηγούμενον της Ρωσσικής Εκστρατείας του Μ. Ναπολέοντος του έτους 1812.
Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι ο Βενιζέλος του είπε:
“Το βλέπω, το καλλίτερον που έχομε να κάνωμεν είναι να καθήσωμεν ήσυχοι”!
Εν τούτοις, μετέπειτα θα έκαμνε στροφήν 180 μοιρών…
Ηλίας Ηλιόπουλος
Ιστορικός-Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Μονάχου





