
Με τι καρδιά, με τι ψυχή,
με τι όνειρα να γυρίσουν,
στα κατάμαυρα χωριά;
Απάντηση καμιά.
Το λέει, το απαντά,
η μαύρη καταχνιά,
που έκρυψε τον ήλιο,
και γίνανε όλα,
στάχτη και όνειρα απατηλά.
Στάχτη γίνανε,
τα καταπράσινα δάση ξανά,
κάηκαν τα ωραία μας χωριά,
ήρθε η μαύρη συμφορά.
Παντού μαυρίλα,
παντού στάχτη φωτιά,
δεν έμεινε δένδρο να σταθώ,
κάτω απ’ τον ίσκιο του να δροσισθώ.
Πως τον καταντήσαμε
τον όμορφο τόπο αυτό,
να τον κοιτάς και να λιποθυμάς,
να κλαίς και να μοιρολογάς.
Να κλείσει η ανοιχτή πληγή,
που κατακαίει και κατατρώει,
τα σπλάχνα της Πατρίδας,
ας κάνουμε μια νέα αρχή.
Κι’ ας ξυπνήσουμε
απ’ το λήθαργο χωρίς χρονοτριβή,
που χρόνια υποφέρουμε,
απ’ την ασθένεια αυτή.
Με κλαμένα, βουρκωμένα μάτια,
με το βλέμμα μόνο μπροστά,
ας ακολουθήσουμε το δρόμο πιστά,
που μας οδηγεί στο στόχο σωστά.
Γεώργιος Χ.Τσαρακστίδη
Αλεξανδρούπολη




