
- του Παναγιώτη Κουσίδη
Β’ Μέρος
Η κατάσταση στη Μακεδονία το 1943
Από την άνοιξη του 1943 είχε αρχίσει να φαίνεται η κατάρρευση της Ιταλίας και από τις αρχές Ιουλίου είχε ξεκινήσει η απόβαση των Συμμαχικών δυνάμεων στη Σικελία. Στις 14 Ιουλίου 1943 δημοσιεύτηκε στον ελληνικό τύπο ανακοίνωση των γερμανικών αρχών στην οποία αναφέρονταν ότι παραχωρούνταν η «από στρατιωτικής απόψεως ασφάλεια στην περιοχή ανατολικά του Αξιού» στις βουλγαρικές δυνάμεις λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στα πολεμικά μέτωπα και «εξαιτίας της πληγής των ανταρτών». Επίσης σημειώνονταν ότι τη διοίκηση «εις τα υπό των βουλγαρικών στρατευμάτων μέλλοντα να καταληφθούν τμήματα της χώρας» θα είχαν Γερμανοί διοικητικοί υπάλληλοι και η Γερμανική αστυνομία ενώ γινόταν αναφορά ότι δεν θα υπήρχε καμία μεταβολή στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και ότι στην εν λόγω περιοχή θα παρέμεναν σε ισχύ η ελληνική νομοθεσία και τα διοικητικά μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης. Από την επέκταση αρμοδιοτήτων των βουλγαρικών δυνάμεων στην κεντρική Μακεδονία εξαιρέθηκαν η Θεσσαλονίκη και περιοχές γύρω από την πόλη καθώς και οι τρεις χερσόνησοι της Χαλκιδικής. Εντωμεταξύ στις αρχές Ιουλίου 1943 η 7η Βουλγαρική Μεραρχία Πεζικού είχε ήδη εισβάλλει στη περιοχή μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού και είχε αναλάβει αστυνομικά καθήκοντα υπό τις διαταγές του Γερμανού Διοικητή Θες/νίκης Αιγαίου. Ενάντια στην παρουσία βουλγαρικών στρατευμάτων στην κεντρική Μακεδονία έγιναν διαδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Στις 8 Ιουλίου έγινε μεγάλη διαδήλωση στη συνοικία της Επταλόφου στη Θεσσαλονίκη, ενώ τις επόμενες μέρες έγιναν διαδηλώσεις στο Κιλκίς, στην Έδεσσα, στην Αριδαία αλλά και νοτιότερα μέχρι την Καλαμάτα. Στις 22 Ιουλίου 1943 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα γενική απεργία και διαδήλωση υπό την καθοδήγηση του ΕΑΜ, στην οποία πήραν μέρος περισσότερα από 100.000 άτομα, ενάντια στην προοπτική επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στο μεγαλύτερο τμήμα της Κεντρικής Μακεδονίας. Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 15 άνθρωποι ενώ περισσότεροι από 50 τραυματίστηκαν.
Ο Αλέξανδρος Σβώλος κατά την περίοδο 1941-1943, διατέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών και συνέταξε υπομνήματα προς τις γερμανικές Αρχές Κατοχής καταγγέλλοντας τις ωμότητες των Βουλγάρων κατά των πληθυσμών των δύο αυτών περιοχών.

Δημογραφική πραγματικότητα κατά τη διάρκεια της κατοχής
Ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής παρουσίασε τρομερές μειώσεις καθώς πολλοί αναγκάστηκαν σε έξοδο προς τη γερμανοκρατούμενη Μακεδονία, την Αθήνα και τον Πειραιά με τη φυγή ατόμων να υπολογίζεται σε 170.000. Αρκετοί μουσουλμάνοι μα και χριστιανοί διέφυγαν και προς την Τουρκία, ενώ οι εκτοπισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κεντρικής Ευρώπης Εβραίοι υπολογίζονται γύρω στους 4.000. Από την άλλη πλευρά οι βουλγαρικές αρχές προσπάθησαν να προσελκύσουν κατοίκους της Βουλγαρίας με σκοπό τον εποικισμό των κατεχομένων περιοχών. Υπολογίζεται ότι περίπου 120.000 έποικοι εγκαταστάθηκαν στα 3 χρόνια της κατοχής αν και τόσο το χαμηλό επίπεδο των εποίκων όσο και η αντικειμενική πραγματικότητα της περιοχής απέτρεψαν την ουσιαστική μεταβολή του χαρακτήρα των κατεχόμενων.
Εθνική Αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία
Ήδη από τον Ιούλιο του 1941 δρούσε στη Βισαλτία των Σερρών το αντιστασιακό σώμα «Οδυσσέας Ανδρούτσος». Η πρώτη μαζική εξέγερση του ελληνικού λαού η οποία έλαβε καθαρά μαχητικό και επαναστατικό χαρακτήρα συνέβη στην περιοχή της Δράμας, όπου η βουλγαρική κατοχική διοίκηση επιχειρούσε με μεθοδικότητα τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Ο πληθυσμός αντέδρασε στη βίαιη προσπάθεια αφελληνισμού. Στις 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών εξεγείρεται και καταλύει τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση της Δράμας καταπνίγεται από τους Βούλγαρους που εκτελούν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη της Δράμας, στην Προσοτσάνη, τη Χωριστή, το Δοξάτο αλλά και τα χωριά Κύργια, Κουδούνια, Αδριανή, Άγιος Αθανάσιος, Κοκικινόγεια, Μικρόπολη, Χαριτωμένη, Φωτολίβος, Σιταγροί, Μικρόκαμπος. Μυλοπόταμος και Μαυρότοπος.
Τα γεγονότα της Δράμας είχαν συγκλονιστική επίδραση σε ολόκληρο τον υπόδουλο ελληνικό λαό. Και καθώς σε αυτά προσθέτονταν οι καθημερινές εκτελέσεις Ελλήνων από τα στρατεύματα κατοχής, ως αντίποινα για σποραδικές αντιστασιακές ενέργειες και η ομαδική εξόντωση των κατοίκων των χωριών Άνω και Κάτω Κερδυλίων (17 Οκτωβρίου 1941), Μεσόβουνου Κοζάνης (23 Οκτωβρίου 1941) και Κλειστού, Κυδωνίας και Αμπελοφύτου Κιλκίς (25 Οκτωβρίου 1941) από τους Γερμανούς, γίνεται κοινή συνείδηση ότι μόνο με τον ένοπλο αγώνα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί ο κατακτητής.
Τον Σεπτέμβριο του 1944 στην Προσοτσάνη και ενώ η ευρύτερη Ανατολική Μακεδονία βρισκόταν ακόμη υπό την κατοχή των Βουλγάρων, ο δημοδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Καζάνας μαζί τον Αστέριο Αστεριάδη υπέστειλαν τη βουλγαρική σημαία και ύψωσαν την ελληνική στην κεντρική πλατεία της πόλης, παρά την τρομοκρατία και τις απειλές των κατακτητών. Το γεγονός αυτό καταδίκασε τον Κωνσταντίνο Καζάνα σε εξορία στις φυλακές στη Σόφια αλλά αποτέλεσε πλήγμα για τις φασιστικές βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων αγωνιστών και του τοπικού πληθυσμού. Είναι η μοναδική υποστολή σημαίας Δύναμης του Άξονα που συνέβη υπό το φως της ημέρας και υπό το βλέμμα των Στρατιωτικών Δυνάμεων Κατοχής σε ολόκληρη την κατακτημένη Ευρώπη.

Ως τον Αύγουστο του 1944, τα πράγματα δεν άλλαζαν καθώς οι Βούλγαροι ήλπιζαν στη de jure προσάρτηση των ελληνικών εδαφών. Με την ανάληψη της εξουσίας στη Βουλγαρία από το Πατριωτικό Μέτωπο και τις αριστερές δυνάμεις στις 9/9/1944 και την υπογραφή συνθηκολόγησης με τους Συμμάχους (28/9/1944), η τύχη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης άλλαξε οριστικά. Αρχικά, παραδόθηκε η Καβάλα στο ΕΑΜ ενώ οι δυνάμεις των ΕΑΟ παρέμειναν βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής Δράμας-Ξάνθης. Οι σφοδρές συγκρούσεις των ΕΑΟ με τον ΕΛΑΣ συνεχίστηκαν ως τον Ιανουάριο του 1945. Καθώς και η νέα βουλγαρική κυβέρνηση δεν έδειχνε ιδιαίτερη προθυμία στην απόσυρση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα, η χώρα μας διαμαρτυρήθηκε έντονα. Τελικά, μετά από πιέσεις Αμερικανών, Βρετανών και Σοβιετικών οι Βούλγαροι αποχώρησαν στης 25-26 Οκτωβρίου 1944. Στη συνέχεια η βουλγαρική κυβέρνηση επιδόθηκε σ΄ έναν διεθνή αγώνα για να πείσει την παγκόσμια κοινή γνώμη ότι οι Βούλγαροι δεν έπρεπε να «καταταγούν» στους ηττημένους καθώς βοήθησαν τους Σοβιετικούς κατά την υποχώρηση των Γερμανών!
Στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1946 η Βουλγαρία ζήτησε να μην της επιβληθούν κυρώσεις και να της παραχωρηθεί η Δυτική Θράκη. Το απαράδεκτο αυτό αίτημα υποστηρίχθηκε από τη Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία (που το 1993 διαιρέθηκε σε Τσεχία και Σλοβακία) και Γιουγκοσλαβία (που έχει διασπαστεί σε 6 κράτη, 7 αν υπολογίσουμε και το Κόσοβο. Ευτυχώς το αίτημα απορρίφθηκε. Την ίδια τύχη είχε όμως και αίτημα της Ελλάδας για διαρρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων υπέρ της. Η Ελλάδα όμως δεν επιτέθηκε στη Βουλγαρία. 30.000 περίπου Έλληνες της Αν. Μακεδονίας-Θράκης έχασαν τη ζωή τους μεταξύ 1941-44. Άλλοι 10.000 πήγαν ως όμηροι στη Βουλγαρία και 100.000 εργάστηκαν καταναγκαστικά. Άγνωστος είναι ο αριθμός όσων πέθαναν από υποσιτισμό. Πλήρωσε ποτέ η Βουλγαρία για όλα αυτά; Το ίδιο και η Αλβανία που ξαφνικά βρέθηκε κι αυτή στο στρατόπεδο των νικητών (αφού βέβαια πήραν και αυτοί ένα καλό μάθημα στην Ήπειρο από τους Έλληνες το 1940-41). Δυστυχώς, την ώρα που είχαμε την ευκαιρία να κερδίσουμε κάτι περισσότερο από τα Δωδεκάνησα, είχαμε εμπλακεί, και λόγω ξένων παρεμβάσεων, στον αιματηρό Εμφύλιο Πόλεμο που ολοκλήρωσε την καταστροφή της Ελλάδας.





