
- του Παναγιώτη Κουσίδη
Από τη στιγμή που η Ελλάδα, δια στόματος Ιωάννη Μεταξά, την 28η Οκτωβρίου 1940, είπε το ιστορικό «ΟΧΙ» στο ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Το «Όχι» αυτό ήταν, για τις τότε συγκυρίες, μια ώριμη και μελετημένη απόφαση. Εκείνη την κρίσιμη ώρα (χώρα, κράτος, έθνος, Ελληνισμός) ταυτίστηκαν σε μια από τις σπάνιες φορές στην ιστορία τους. Στην ουσία όμως, επρόκειτο για μια νέα αφετηρία στην ιστορία της Ελλάδας.
Το «Όχι» της Ελλάδας έγινε δεκτό με πρωτοφανή ενθουσιασμό απ’ όλο τον ελληνικό λαό που, μετά τους συριγμούς των σειρήνων και τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών, ξεχύθηκε στους δρόμους ανεμίζοντας τις γαλανόλευκες. Οι στρατεύσιμοι ετοιμάζονταν για το μέτωπο «με το χαμόγελο στα χείλη» και το ραδιόφωνο μετέδιδε διαρκώς το περίφημο πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου.
Η απόφαση της Ελλάδας να αντισταθεί στον φασίστα Μπενίτο Μουσολίνι προκάλεσε αυθημερόν εκδηλώσεις θαυμασμού από όλο τον κόσμο.

Μόνο η Σοβιετική Ένωση παρέμεινε «άφωνη», αφού δεσμεύονταν από το επαίσχυντο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Οι Ρώσοι (δηλαδή ο κόκκινος δικτάτωρ Στάλιν) είχαν την ψευδαίσθηση ότι θα ηρεμήσουν το θηρίο του παρανοϊκού αρχιΝαζί Αδόλφου Χίτλερ, συνέταιρου στο μοίρασμα της Πολωνίας.
Όμως δεν άργησε να εκδηλωθεί η πιο φονική, καταστροφική και μακροχρόνια πολεμική εκστρατεία στον κόσμο, η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσσα» στο Ανατολικό Μέτωπο, στη μάχη του Στάλινγκραντ. Και φυσικά όλος ο ελεύθερος κόσμος βοήθησε και συμπαραστάθηκε στη Ρωσία, γιατί αν έπεφτε κι αυτή, θα ήταν διαφορετική η τροπή που πολέμου σε όλα τα μέτωπα.

Οι Έλληνες έφτασαν στον Οκτώβριο του 1940 εξαιρετικά έτοιμοι και εφοδιασμένοι. Πίστευαν στον εαυτό τους. Ένοιωθαν έναν βαθύ πατριωτισμό, μια απεριόριστη αγάπη για μια πατρίδα που οι ίδιοι δημιούργησαν από προηγούμενους αγώνες και καταστροφές. Το δέσιμο των Ελλήνων με τον τόπο τους ήταν αποτέλεσμα της προηγούμενης ιστορίας και της βαριάς παρακαταθήκης και κληρονομιάς.
Ο πόλεμος και η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, που ήταν ένα κράτος φανφαρόνων, έμαθαν τους ΄Ελληνες να πολεμούν γενναία. Οι Έλληνες του ‘40, εκτός από την φλόγα στην καρδιά, είχαν σίγουρα και κάποια δόση τρέλας και μέθης, όταν επιστρατεύθηκαν για τον πόλεμο. Ίσως και να αγνοούσαν τους κινδύνους που θα συναντούσαν.

Οι Έλληνες φαντάροι και αξιωματικοί πολέμησαν σαν λιοντάρια και έπεσαν σαν ήρωες στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Δοξάστηκαν και τιμήθηκαν σαν ήρωες. Πολλοί από αυτούς ξεχάστηκαν στην απόλυτη ησυχία των αλβανικών βουνών. Η ιστορία δεν τους αγνόησε και δεν τους ξέχασε, γιατί έδωσαν ένα μάθημα σε όλους και σε εμάς ότι οι αριθμοί δεν αρκούν για τη Νίκη. Οι Έλληνες θα έριχναν τους «μακαρονάδες» στη θάλασσα εάν δεν έρχονταν σε ενίσχυσή τους τα σιδερόφρακτα γερμανικά στρατεύματα, πλαγιοκοπώντας τα ελληνικά σύνορα μέσω του εδάφους της συμμάχου τους Βουλγαρίας. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από την ιστορία ως «τριπλή κατοχή» με δύσκολα σκοτεινά, πέτρινα χρόνια και ως ηρωική «εθνική αντίσταση» στους τρεις τυράννους-κατακτητές.
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα» και οι μεγάλες νίκες που κατήγαγε ο ελληνικός στρατός κατά των φασιστών, καθιερώθηκε ως Εθνική Εορτή, ως επέτειος που γιορτάζει ο απανταχού Ελληνισμός.
Σήμερα νιώθουμε υπερήφανοι, γιατί η μικρή Ελλάδα έδωσε ένα αλησμόνητο παράδειγμα γενναιότητας σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η 28η Οκτωβρίου 1940 είναι ημέρα περηφάνιας μνήμης, ευγνωμοσύνης, τιμής και χρέους απέναντι στους Έλληνες αγωνιστές, απέναντι στις ανείπωτες θυσίες των προγόνων μας για τη λευτεριά της πατρίδας.
Παναγιώτης Κουσίδης



